
Ἡ Μεγάλη Σαρακοστή εἶναι ἡ περίοδος ποὺ ἔχει, ὄχι μόνον πρόσθετες καὶ ἐμπλουτισμένες ἀκολουθίες καὶ τυπικές διατάξεις, ἀλλά καὶ «κάτι τί ἄλλο», μὲ τὸ ὁποῖο ὁ λειτουργικός πλοῦτος τῆς Ἐκκλησίας βρίσκει τὸ πλῆρες νόημά του. Αὐτό τὸ «κάτι ἄλλο» εἶναι σάν μία «ἀτμόσφαιρα», μία κατάσταση τοῦ νοῦ, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία μὲ τὴ λατρεία, μὲ τὴ νηστεία, μὲ τίς μετάνοιες, τίς ἱδιαίτερες προσωπικές προσευχές καὶ τήν νήψη, δημιουργεῖ αὐτήν τήν ἱδιαίτερη «ἀτμόσφαιρα» ποὺ διαπερνᾶ, ὄχι στιγμιαῖα ἀλλὰ διαχρονικὰ, ὁλόκληρη τὴ ζωὴ μας.
Αἰσθανόμεθα κάτι ἄλλο ποὺ μοιάζει μὲ μία περίεργη χαρά, ποὺ ἔχει ὅμως μία σοβαρότητα, ποὺ μοιάζει καὶ μὲ λύπη καὶ ποὺ οἱ Πατέρες ἔτσι τήν ὀνομάζουν χαρμολύπη. Καὶ ὅταν κάποιος, ἔστω καὶ ἄν ἔχει περιορισμένες γνώσεις γιὰ τὴ λατρεία, μπεῖ στήν Ἐκκλησία ὅσο διαρκοῦν οἱ ἀκολουθίες, ἰδιαίτερα τῆς Μ. Ἑβδομάδος, σχεδόν ἀμέσως θὰ αἰσθανθεῖ αὐτήν τήν κάπως ἀντιφατικὴ ἔκφραση. Σιγὰ σιγὰ ἀρχίζουμε νὰ καταλαβαίνουμε, ἤ μᾶλλον νὰ αἰσθανόμαστε, ὅτι αὐτὴ ἡ θλίψη στήν πραγματικότητα εἶναι «εὐθυμία» καὶ ὅτι μία μυστηριώδης μεταμόρφωση συμβαίνει μέσα μας.
Χαρμολύπη λοιπόν εἶναι ἡ θλίψη ἀπὸ τὴ συναίσθηση γιὰ τήν ἐξορία μας, γιὰ τὸ χάσιμο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ ζωὴ μας· εἶναι ὅμως καὶ χαρὰ γιὰ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ συγκατάβασή Του, ποὺ φανερώνεται ἀπὸ τήν ξαναγεννημένη ἐπιθυμία μας καὶ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τήν ἐπιστροφή μας στὸ «πατρικὸ σπίτι».
Μετέχοντες τῆς λατρείας πρέπει νὰ ἀγωνιζόμεθα μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη νὰ διατηρήσουμε τήν προσήλωση τοῦ νοῦ μας καὶ τῆς καρδιᾶς στόν Κύριο. Οἱ θόρυβοι καὶ οἱ ἀναστατώσεις τῆς ζωῆς, ποὺ συνήθως γεμίζουν τίς μέρες μας, δέν ἔχουν δικαίωμα εἰσόδου σ’ αὐτό τὸ «κλίμα», σ’ αὐτὴ τήν «ἀτμόσφαιρα», δέν ἔχουν καμία ὑπερδύναμη, δέν εἶναι ἀξεπέραστες.
Εἶναι σημαντικὸ καὶ ἐμπνέει ζῆλο ἐάν πέραν τῆς παρακολουθήσεως τῶν ἀκολουθιῶν, διαβάζουμε καὶ κάποια πνευματικὰ βιβλία μὲ αὐτοσυγκέντρωση.
Πλέον τῆς προσπάθειας νὰ μετέχουμε στήν λατρεία καὶ τήν προσευχή, ἄς μειώσουμε τήν ποσότητα τοῦ φαγητοῦ μας καὶ τὸ χρόνο τῆς ἀργοσχολίας μας, καθ’ ὅσον κάθε λογῆς θυσία εἶναι εὐάρεστος στόν Θεὸ.
Ἄς ἐπιδιώξουμε ἀκόμη νὰ γεμίσουμε τήν καρδιὰ μας μὲ αἴσθημα ταπεινώσεως καὶ συντριβῆς. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιὸ εὐάρεστη στόν Θεὸ θυσία.
Στὴν πολυτάραχη ἐποχή μας εἶναι ἐπίκαιρο καὶ ἐπαναστατικό τὸ μήνυμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ ὑπῆρξαν φωτεινὰ παραδείγματα σὲ ὅλα τὰ στάδια τῆς ζωῆς των -σπουδαστές, ἐπιστήμονες, κοινωνικοὶ ἐργάτες, κληρικοὶ- μὲ τὸ νὰ ἔχουν συνειδητοποιήσει καὶ διακηρύξει τὴν ἀνάγκη τῆς παράλληλης διανοητικῆς μόρφωσης καὶ τῆς ἠθικῆς καλλιέργειας.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δὲν εἶναι μόνο οἱ μελίρρυτοι ποταμοὶ τῆς σοφίας καὶ ἄξιοι θεράποντες τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ ἀκούραστοι ἐργάτες τῆς ἀγάπης. Ὁ καθένας ἔχει στὸ ἐνεργητικό του καὶ ἕνα τεράστιο κοινωνικὸ ἔργο, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ συστάδα εὐαγῶν ἱδρυμάτων, ὡς τὴ γνωστὴ Βασιλειάδα.
Διαβάστε περισσότερα: Τὸ ἐπαναστατικὸ μήνυμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
H εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, βασιζόμενη πάνω στὴν Ἁγία Γραφη καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ δογματικὸ περιεχόμενο καὶ τὴν ὅλη ἔννοια τῆς Ἑορτῆς. Μὲ τὰ χρώματα καὶ τὸν πλοῦτο τῶν λεπτομερειῶν κι ἀκριβῶς μὲ τὴν ἁπλοϊκότητά της, εἶναι ἡ πιὸ χαρωπὴ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῶν μεγάλων δεσποτικῶν ἑορτῶν.
Ὡς πρὸς τὸ περιγραφικό της στοιχεῖο, ἡ εἰκόνα ἀντιστοιχεῖ στὸ κοντάκιον: «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι, Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσιν. Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».
Ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό της, ἔχει δύο ὄψεις ποὺ ὑπογραμμίζουν τόσο τὴν θεότητα ὅσο καὶ τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπί πλέον μᾶς δείχνει τὴν ἐνέργεια αὐτοῦ τοῦ γεγονότος πάνω στὸν φυσικὸ κόσμο.