Ἡ ἁγία ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἕνας ξεχωριστὸς σταθμὸς στὸν κύκλο τοῦ ἑνιαυτοῦ γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας. Αὐτὴ μαζὶ μὲ τὸ Πάσχα ἀποτελοῦν τὶς ἀρχαιότερες ἑορτές, οἱ ὁποίες ἀνάγονται ὡς τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους. Ἡ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ προβάλλει ὡς ἀνακεφαλαίωση τοῦ λυτρωτικοῦ ἐπὶ τῆς γῆς ἔργου τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ καὶ ὡς νέα δυναμικὴ ἀφετηρία τῆς ὑλοποιήσεως καὶ ὁλοκληρώσεως τοῦ θείου σχεδίου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας.

Ὁ Θεὸς Παράκλητος εἶναι πιὰ ὁ κύριος τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἐκείνη τὴν εὐλογημένη ἡμέρα καὶ ὁδηγεῖ τὸ σωτήριο σκάφος ἀσφαλῶς στὴ σωστικὴ του πλεύση. Αὐτὸς δίνει ζωὴ στοὺς πιστοὺς καὶ δύναμη νὰ πορεύονται πρὸς τὴ σωτηρία. «῞Οσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ» (Ρωμ. 8, 14), τονίζει ὁ ἀπόστολος Παύλος.

Τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς καθόδου τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς σπάνιες θεοφάνιες τῆς ἱστορίας. Ὁ Θεὸς Παράκλητος, ὑπὸ ὁρατὴ μορφὴ «γλωσσῶν ὡσεὶ πυρός», κατήλθε στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀποτελειώσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας, ὡς συνεχιστὴς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Δὲν θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ μὴν εἶναι θαυμαστὴ ἡ χαρμόσυνη κάθοδός Του. Ἔπρεπε οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι νὰ νοιώσουν αὐτὴ τὴν πρωτόγνωρη ἐμπειρία, προκειμένου ὁλόκληρη ἡ ψυχοσωματικὴ τους ὑπόσταση νὰ πλημμυρίσει ἀπὸ τὴν Θεία ἐνέργεια, ὥστε νὰ μὴν μείνει σ’ αὐτοὺς ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀποστολὴ τους ἧταν θεόσταλτη.

Ὁ βίος καὶ τὰ βασανιστήρια τῆς Ἁγίας, τῶν δύο υἱῶν της καὶ τῶν πέντε ἀδελφῶν της, ὅπως περιγράφονται στὸ συναξάρι της εἶναι συγκλονιστικὰ καὶ θαυμαστά.
Ἡ Ὁρθόδοξη Ἐκκλησία τὴν τιμᾶ ὡς μεγαλομάρτυρα καὶ ἰσαπόστολο καὶ ἑορτάζει τὴν μνήμη της στὶς 26 Φεβρουαρίου καὶ τὴν Ε΄ Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα, «Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος», κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶ τὸν μετ’ αὐτῆς διάλογο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ καινούργια ζωὴ τῆς Ἁγίας ξεκίνησε ἀπὸ τὴν συνάντηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστὸ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ καὶ περιγράφεται ἐκτενῶς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Εὐαγγελιστὴ στὸ δ΄ κεφάλαιο τοῦ Κατὰ Ἰωάννην Εὐγγελίου, στίχοι 5 ἔως 42.
Σύμφωνα μὲ τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπή, ὁ Χριστὸς φεύγοντας ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ κατευθυνόμενος πρὸς τὴν Γαλλιλαία ἔπρεπε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν Σαμάρεια. Ὅταν ἔφθασε στὴν πόλη Συχὰρ ὅπου πλησίον εὑρίσκεται τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, τὸ ὁποῖον εἶχε ἀφήσει ὡς κληρονομιά στὸν υἱὸν του Ἰωσήφ, ὁ Χριστὸς «κεκοποιακῶς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας» ἐκάθισε νὰ ξεκουρασθῆ.

Οἱ ἄνθρωποι καταδίκασαν τὸ Θεὸ σὲ θάνατο. Ὁ Θεὸς ὅμως, διὰ μέσου τῆς Ἀνάστασής Του, «καταδικάζει» τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἀθανασία. Γιὰ τὰ κτυπήματα, τοὺς ἀνταποδίδει τὶς σφικτὲς ἀγκαλιές. Γιὰ τὶς ὕβρεις, τὶς εὐλογίες. Γιὰ τὸ θάνατο, τὴν ἀθανασία. Ποτὲ δὲν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσο μίσος πρὸς τὸ Θεό, ὅσο, ὅταν Τὸν σταύρωσαν. Καὶ ποτὲ δὲν ἔδειξε ὁ Θεὸς τόση ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ὅση ὅταν ἀναστήθηκε. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νὰ καταστήσουν τὸ Θεὸ θνητό, ἀλλ' ὁ Θεὸς διὰ (μέσου) τῆς Ἀνάστασής Του κατάστησε τοὺς ἀνθρώπους ἀθάνατους. «Ἀνέστη» ὁ σταυρωμένος Θεὸς καὶ θανάτωσε τὸ θάνατο. Ὁ θάνατος δὲν ὑπάρχει πλέον.

Τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά; Γιατὶ ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιὰ ἔννοια ἐορτάζομεν, καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι κάνουμε θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν...; Τὸ Πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη γίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔλαβε τὸ δῶρο αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ζήσει διὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ἀπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο.

Μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: «νικήθηκε ὁ θάνατος». Φυσικὰ ὑπάρχει ἀκόμα ὁ θάνατος, εἶναι σίγουρο, τὸν ἀντιμετωπίζουμε, καὶ κάποια μέρα θὰ ἔρθει καὶ γιὰ μᾶς. Ἀλλὰ ὅλη ἡ πίστη μας εἶναι ὅτι μὲ τὸ δικὸ Του θάνατο ὁ Χριστὸς ἄλλαξε τὴ φύση ἀκριβῶς τοῦ θανάτου. Τὸν ἔκανε πέρασμα - Πάσχα σημαίνει διάβαση – στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μεταμορφώνοντας τὴ δραματικότερη τραγωδία σὲ αἰώνιο θρίαμβο, σὲ νίκη. Μὲ τὸ «θανάτῳ θάνατον πατήσας», μᾶς ἔκανε μετόχους τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἀναστάσεως, στὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λέμε θριαμβευτικά: «Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι».