Ἡ ἑορτὴ τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ἔχει βαθύτατα καὶ πολλὰ θεολογικὰ νοήματα. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι μόνο ἕνα γεγονὸς Χριστολογικό, ἀλλὰ εἶναι καὶ γεγονὸς ἀνθρωπολογικό. Δὲν γίνεται μόνον γιὰ νὰ δείξει τὴν δόξα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀλλὰ γίνεται καὶ γιὰ νὰ δείξει τὴν δόξα τοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Διότι ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν πτώση του ἀμαύρωσε τὸ κάλλος τὸ οὐράνιο, τὸ ὁποῖο εἶχε. Καὶ δὲν εἶχε φανεῖ ὡς τότε ἡ καθαρὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ φανερωθεῖ καὶ ποιός εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, πόση δόξα καὶ πόση ὡραιότητα ἔχει. Αὐτὸν τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο ἀνεστήλωσε ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸν φανέρωσε ἐπάνω στὸ Ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως.

Ἡ ἀνθρώπινή Του φύση ἦταν μὲν δοξασμένη ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ μέχρι τότε δὲν φαινόταν. Κρατοῦντο τὰ μάτια τῶν μαθητῶν καὶ δὲν τὴν ἔβλεπαν. Τώρα ὅμως, γιὰ πρώτη φορὰ ἄνοιξαν, γιὰ νὰ δοῦν αὐτὸ ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐνανθρώπισε. Δηλαδὴ στὴν πραγματικότητα δὲν μεταμορφώθηκε ὁ Χριστός, ἀλλὰ μεταμορφώθηκαν τὰ μάτια τῶν μαθητῶν Του πνευματικά, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ δοῦν τὸ ἄκτιστο φῶς. Τὸ φῶς τὸ ὁποῖο θὰ φωτίζει τὴν ἀνέσπερη βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. κβ΄,5).
Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως ἀπαντᾶ στὰ μεγάλα ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ποιός εἶναι ὁ προορισμός του, ποιός εἶναι ὁ στόχος τῆς ζωῆς του, ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή, ἄν ἡ ζωὴ συνεχίζεται μετὰ τὸν θάνατο καὶ πώς θὰ εἶναι αὐτή. Μᾶς δείχνει ἐμφανῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» καὶ ὅτι ἔχει ἕναν οὐράνιο προορισμό. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μικρὸς καὶ ἀσήμαντος, δὲν εἶναι πρόσκαιρος κάτοικος τῆς γῆς, δὲν εἶναι μονάδα μετρήσεως, ὅπως τὸν θέλουν οἱ ἰσχυροὶ, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ,·εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι αἰώνιος, ἀφοῦ διαθέτει ἀθάνατη ψυχὴ καὶ θὰ φανερωθεῖ ἔνδοξος μέσα στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Ἡ θέωση δὲν πρέπει νὰ εἶναι πολυτέλεια γιὰ τὴ χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ ὁ βαθύτερος σκοπός.

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος (κατὰ κόσμον Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Σάχαρωφ), γεννήθηκε στὴ Μόσχα στὶς 22 Σεπτεμβρίου 1896 καὶ ἦταν τὸ δεύτερο παιδὶ μιᾶς ἑννιαμελοῦς οἰκογένειας. Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἦταν Σέργιος, ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ζωγραφική, ὅπου στὴ Γαλλία κατάφερε νὰ γίνει δεκτὸς στοὺς καλλιτεχνικοὺς κύκλους καὶ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὸν Βουδισμὸ καὶ τὸν Ἰνδουισμό. Ὅταν ἀπογοητεύτηκε ἀπὸ τὴ φιλοσοφία τῶν Ἀνατολικῶν θρησκειῶν, στράφηκε πρὸς τὸ Χριστιανισμὸ καὶ πιὸ συγκεκριμένα τὴν Ὀρθοδοξία καὶ εἰσάγεται στὸ Ὀρθόδοξο Θεολογικὸ Ἰνστιτοῦτο στὸ Παρίσι.

Μὲ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν ἔλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ μονάσει καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Ρωσικὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος στὸ Ἅγιον Ὅρος τὸ 1925, ὅπου γνώρισε τὸν Ἅγιο Σιλουανὸ τὸν Ἀθωνίτη, ὁ ὁποῖος ἔγινε ὁ πνευματικὸς καθοδηγητής του. Στὴ συνέχεια τὸ 1938 ἀναχώρησε γιὰ τὰ Καρούλια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ ἀσκήτεψε αὐστηρά. Τὸ 1948 ἐξέδωσε σὲ βιβλίο τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ. Στὴ συνέχεια ἐξέδωσε καὶ ἄλλα βιβλία: «Περὶ προσευχῆς», «Ἄσκηση καὶ Θεωρία», «Ἡ ζωή Του ζωή μου».
Τὸ 1963 ἐγκατέλειψε τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἵδρυσε μιὰ χριστιανικὴ ἀδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα καὶ ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο στὸ Ἔσσεξ, τὸ ὁποῖο ὑπήχθη στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1965 καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ πόλο ἕλξης γιὰ ὅλους τοὺς ἀνὰ τὴν οἰκουμένη Ὀρθόδοξους πιστοὺς καὶ ὄχι μόνο, καὶ στὸ ὁποῖο ἔμεινε μέχρι ποὺ κοιμήθηκε τὸ 1993 σὲ ἡλικία 97 ἐτῶν.
Στὶς 27 Νοεμβρίου 2019 συνῆλθε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀποφάσισε τὴν κατάταξη τοῦ Ὁσίου Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Πνευματικὲς συμβουλὲς Ἁγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Σάχαρωφ μᾶς «ὁδηγεῖ» μέσα ἀπὸ τὶς πολύτιμες συμβουλές του στὸ μονοπάτι τῆς προσευχῆς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸν ἐσωτερικό, ἐνδόμυχο σύνδεσμο μὲ τὸν Θεό, ὥστε «νὰ γίνει ὁ Θεὸς ἡ ζωή μας».
«Κράτησε πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ καὶ πρόσεχε, μὴ δαπανᾶς χωρὶς ὄφελος τὶς λίγες σωματικές σου δυνάμεις.
Μὴν ἔχετε ὑπερβολικὴ ἐμπιστοσύνη στὴν μόρφωση ποὺ ἀποκτήσατε στὸν κόσμο. Ὁ πολιτισμὸς στὸν ὁποῖο ζοῦμε εἶναι κουλτούρα τῆς πτώσεως καὶ γιὰ νὰ βρεῖς τὸν σωστὸ δρόμο, εἶναι καλύτερο, πρῶτον καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, νὰ τὸ ζητήσεις ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ στὴν προσευχή:

Ἡ μνήμη κάθε Ἁγίου εἶναι ἀφορμὴ καὶ πρόξενος χαρᾶς, εὐλογίας καὶ πνευματικῆς ὠφέλειας. Ὅπως ὅταν μέσα στὴ νύχτα ἀνάψουμε μιὰ λαμπάδα φεύγει τὸ σκοτὰδι, ἔτσι καὶ μέσα στὴ ψυχή μας ὅταν τιμοῦμε τοὺς Ἁγίους.
Ὁ μῆνας Ἰούνιος καταυγάζεται ἀπὸ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μάλιστα τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παῦλου (29 Ἰουνίου). Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἁπλῆς ἑορτῆς, ὅπως συνήθως ἑορτάζουμε τὶς ὑπόλοιπες ἑορτὲς τῶν ἁγίων μας, δηλαδὴ νά θυμηθοῦμε τήν κατά Χριστόν πολιτεία τους καί στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μας νά τούς μιμηθοῦμε. Στόν ἐναγκαλισμό τῶν δύο ἀποστόλων, ὅπως τόν βλέπουμε στή γνωστή εἰκόνα τους, ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλε τή σύζευξη τῆς πίστεως καί τῶν ἔργων, μέ ἄλλα λόγια εἶδε τούς ἀποστόλους αὐτούς ὡς σύμβολο καί τύπο τῆς παραδόσεώς της.

Οἱ δύο μεγάλοι Ἀπόστολοι εἶναι καθοδηγητὲς ὅλων τῶν ἄλλων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων, τῶν Μαρτύρων, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων καὶ ὅλων τῶν χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τοὺς χαρακτηρίζει ὡς τοὺς «ἀρχιτέκτονας τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς ἀρετῆς, καθὼς προβάλλουν τὸν λόγο τῆς ζωῆς μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ». Ἡ Ἐκκλησία μας πρὸς τοὺς δύο μεγάλους ἄνδρας της θὰ ἀποτίσει τὸν ὀφειλόμενο φόρο τῆς τιμῆς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν ἀνυπολόγιστα μεγάλη συμβολή τους στὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τῆς ἐδραιώσεως τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὶς εἰκόνες των ζωγραφίζονται οἱ δύο Ἀπόστολοι νὰ κρατοῦν τὴν Ἐκκλησία, ποὺ συμβολικὰ εἰκονίζεται μὲ ἕνα μικρὸ βυζαντινὸ ναὸ.
Γιατὶ καὶ οἱ δύο αὐτοὶ Ἀπόστολοι ὑπῆρξαν πράγματι οἱ στύλοι καὶ οἱ ἀκρογωνιαῖοι λίθοι, ἐπάνω στοὺς ὁποίους οἰκοδομήθηκε τὸ ἱερὸ ἵδρυμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνημμένοι καὶ οἱ δύο σὲ μία ἑορτή, εἰκονισμένοι σὲ μία εἰκόνα, συμβολίζουν τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀπετελέσθη ἀπὸ ἑτερογενὴ στοιχεῖα, τὴν περιτομή-τοὺς Ἑβραίους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐστράφη τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ Πέτρου, καὶ τὰ ἔθνη-τοὺς εἰδωλολάτρες, γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ὁποίων κοπίασε ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ Παῦλος.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἧταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πιστὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἧταν μάρτυρας σὲ ὅλα ὅσα εἶχαν συμβεῖ γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό. ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τοῦ κηρύγματός Του. Ἀντίθετα, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἧταν πρῶτα ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ, ἧταν ἕνας ἀντίπαλος ποὺ δὲν πίστευε σ’ Αὐτὸν ὡς Μεσσία. Τὸν θεωροῦσε ψευδοπροφήτη. Δὲν βγῆκε νὰ διακυρήξει τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ νὰ καταδιώξει τοὺς χριστιανοὺς. Λοιπὸν, τί ἔγινε μὲ τὸν ἕναν καὶ τί μὲ τὸ ἄλλον;
Ὁ ἀπόστολος Παύλος ἧταν διώκτης, ἀλλὰ καὶ μάρτυρας γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ μάλιστα μάρτυρας γιὰ κάτι πολὺ σημαντικὸ:τὸ γεγονὸς, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πρῶτα δὲν πίστευε στὸ Χριστὸ, ποὺ Τὸν μισοῦσε, Τὸν καταδίωκε, μπορεῖ νὰ βρεθεῖ ξαφνικά, πρόσωπο μὲ πρόσωπο, μπροστὰ στὸν Ἀναστημένο Χριστό!