Μάϊος 2025

Ἡ Θεία Λειτουργία, εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ποὺ καινίζει καὶ ἁγιάζει τὰ πάντα, ποὺ κάνει τὰ πάντα νὰ ὑπάρχουν καινά, νὰ κινοῦνται ἁρμονισμένα μέσα στὸ ὅλο, ποὺ ὅλα παίρνουν νόημα, ποὺ ὅλα γνωρίζονται καὶ ποὺ ὅλων ἀποκαλύπτεται ἡ φύση καὶ ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς τους μέσα στὴ «λογικὴ λατρεία», τὴ Λειτουργία τοῦ Λόγου «δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο».

Ὅλος ὁ κόσμος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ καινὴ κτίση, εἶναι θεανθρωπία. Ἀτρέπτως, ἀναλλοιώτως καὶ ἀσυγχύτως ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος, ὁ κτιστὸς κόσμος μὲ τὴν ἄκτιστη χάριν, καὶ δὲν καταργεῖται, δὲν κατακαίεται, ἀλλὰ μεταμορφώνεται καὶ ἀφθαρτοποιεῖται.
Ἡ χαρά, ἡ ζωὴ καὶ ἡ νιότη τοῦ λειτουργημένου ξεφεύγει ἀπὸ τὰ χέρια τῶν εχθρῶν του καὶ ὁδεύει «ἐπὶ τὸ ἀόριστον τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος». Ἡ προσφορὰ στὸ Θεὸ καθενὸς πράγματος κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα μέσα στὴ λειτουργικὴ πραγματικότητα, ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα τὸν ἁγιασμό του, τὴ μεταστοιχείωσή του.

Ἡ ζωὴ καὶ ἡ θέληση ποὺ προσφέρεται αὐτοπροαιρέτως στὸ Θεὸ καθαγιάζεται ἄμεσα καὶ ἀναφαίρετα. Ἡ προσφορὰ τοῦ σχετικοῦ καὶ φθαρτοῦ, ὅποιας ἐκφράσεως μὲ διάθεση εὐγνωμοσύνης καὶ μετανοίας, φέρει τὴν αὔξηση τοῦ ἁγίου, τοῦ αἰωνίου καὶ πνευματικοῦ. «Δὸς αὐτοῖς Κύριε ἀντὶ τῶν φθαρτῶν τὰ ἄφθαρτα, ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια, ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ ἐπουράνια» (Λειτουργία Μ. Βασιλείου).

Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ λειτουργημένου, μὲ τὸ νὰ εἶναι προσφορά, γίνεται αὔξηση πνευματική. Ἀναγεννᾶται, ὥστε πρὶν τὸν καταβάλλει ὁ χρόνος, τὰ γεράματα, ἡ ἀρρώστεια καὶ ὁ θάνατος, αὐτὸς τὴ δύναμη καὶ τὴ ζωή του τὰ ἔδωσε στὸ Θεὸ καὶ πῆρε τὴν χάριν καὶ ἁγιάστηκε στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Καὶ δὲν τὸν πιάνει τώρα ὁ χρόνος, τὰ γεράματα, ἡ ἀρρώστεια καὶ ὁ θάνατος. «Πέθανε πρὶν πεθάνει καὶ δὲν θὰ πεθάνει ὅταν πεθάνει». Πέθανε κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα, σὲ ὅσα αὐτὸς διαφέντευε, γιὰ νὰ μπῆ μέσα του, Νοικοκύρης καὶ Ἀφεντικό, ὁ Αἰώνιος καὶ Ἄφθαρτος.

Ἐμεῖς, ὁ καθένας μας, θὰ πρέπει νὰ αἰσθανόμεθα κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα ἀληθινὰ λειτουργημένοι, νὰ προσφέρουμε «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους Χριστῷ τῷ Θεῷ», ὅλη μας τὴν ζωή, τὶς ὅποιες εὐλογίες μᾶς δίνονται, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸν, ἀλλὰ καὶ τὶς ὅποιες ἁμαρτίες μας, ζητώντας διὰ τῆς μετανοίας τὸ ἔλεός Του.
Ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς τοὺς Ἀποστόλους τὴν χάριν καὶ ἔχαιρον, διότι ἐγνώρισαν τὸν ἀληθινὸν Κύριον, διότι ἠγάπησαν Αὐτόν, διότι ἐγνώρισαν τὴν αἰώνιον, οὐράνιον ζωήν καὶ ἐπόθουν καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ κόσμου, ὡς τὴν ἑαυτῶν σωτηρία.

Οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων καὶ ἅγιοι ποιμένες κατὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτοὺς χάριν, ζοῦν ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁδηγοῦν ἡμᾶς πρὸς τὸν Χριστόν. Διδάσκουν ἡμᾶς τὴν μετάνοιαν καὶ νὰ τηρῶμεν τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου. Κατευθύνουν ἡμᾶς εἰς τὸ ὕψος τοῦ ταπεινοῦ πνεύματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπρίλιος 2025

Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἑορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὸ Πάσχα τοῦ Κυρίου, τὴν ὁλόφωτη Λαμπρή, τὴ χαρούμενη Πασχαλιά, τὴ μοναδικὴ Αὐτοανάσταση. Τὸ κενὸ μνῆμα δίνει μνῆμες ζωηφόρες. Ἑορτάζεται ἡ τροπαιοφόρα νίκη τῆς ζωῆς κατὰ τοῦ φοβεροῦ θανάτου. Ἡ Ἀνάσταση δίνει νέα διάσταση στὴ ζωή μας ὅλη.
Ἡ Ἀνάσταση δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ἐκείνη τὴν ὑπέροχη νύχτα, ἀλλὰ μακραίνει, βαθαίνει καὶ μπορεῖ νὰ βιώνεται καθημερινά, ἐμπειρικὰ καὶ στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν πιστὸ καὶ εὐσυνείδητο χριστιανὸ εἶναι βίωμα συνεχὲς ἀπαράμιλλο καὶ ἀνέκφραστο. Ὁ Χριστὸς ἀνασταίνεται ἐντός μας. Μᾶς φωτίζει, μᾶς ἐμπνέει, μᾶς κάνει διαφανεῖς, χριστοφόρους καὶ θεοφόρους. Ἡ θέα τοῦ φωτὸς δὲν τυφλώνει, ἀλλὰ παραμυθεῖ καὶ προβληματίζει αἰσιόδοξα. Ὅλες οἱ μέρες τοῦ χρόνου, τῆς χρονιᾶς ὁλόκληρης ἀποτελοῦν γιορτὲς ἢ σταθμοὺς μιᾶς πορείας ποὺ φέρνει προοδευτικὰ στὴ μεγάλη γιορτή, τὴν τελικὴ καὶ αἰώνια. Τὸ φῶς τῆς αἰώνιας γιορτῆς ρίχνει τὶς ἀκτίνες τους’ ὅλες τὶς μέρες. Ἢ μ’ ἄλλα λόγια, ὅλες οἱ μέρες τοῦ χρόνου ἀποτελοῦν προεόρτια, ποὺ μᾶς προετοιμάζουν προοδευτικὰ γιὰ τὴν ἔσχατη Κυριακή, γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ μέσα στὸ φῶς, ποὺ ἀποκαλύφθηκε μὲ τὴν Ἀνάσταση. Ἔτσι, ὅπως ἡ χαρὰ τῆς Ἀνάστασης ξεπερνᾶ κάθε χαρὰ καὶ σκεπάζει κάθε λύπη, τὸ φῶς της ξεπερνᾶ ὅλα τὰ φῶτα, ποὺ γεννᾶ ἡ σκέψη καὶ ἡ φυσικὴ φαντασία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἔχει λεχθεῖ σωστὰ πὼς ἡ Καλὴ Ἀγγελία, τὸ Εὐαγγέλιο τῶν χριστιανῶν, συμπυκνώνεται στὸ ἄγγελμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὡς τὸ θεμέλιο τῆς βεβαιότητας ὅτι καὶ ἐμεῖς θὰ ἀναστηθοῦμε. Καὶ μόνο αὐτὸ νὰ εἶχε φέρει στὸν κόσμο ὁ χριστιανισμός, θὰ εἶχε προσφέρει ἄπειρα περισσότερα, ἀπ’ ὅλα ὅσα πρόσφεραν στὸ κόσμο ὅλες οἱ ἀνθρώπινες προσπάθειες σ’ ὅλες τὶς ἐποχές. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν σὰν ἀποστολή τους τὴ μαρτυρία γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ (Πραξ. α΄ 22). Οἱ Ἀπόστολοι, μαρτυρώντας τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, μαρτυροῦσαν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνανθρώπησε, γιατὶ μαρτυροῦσαν ὅλα τὰ σημεῖα καὶ τοὺς λόγους, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς φανέρωσε τὴ θεότητά Του, στὸ διάστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ἀφοῦ ἔζησαν κοντά Του «ἐν παντὶ χρόνῳ ἐν ᾧ εἰσῆλθε καὶ ἐξῆλθε ἐφ’ ἡμᾶς» (Πραξ. α΄ 21).

Πρωτίστως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἐὰν πιστεύομεν, στὴν ὕπαρξη ψυχῆς, μελλούσης ἀθανάτου ζωῆς καὶ αἰωνιότητας.
Στὸ παρελθόν, στὶς ὀρθόδοξες χῶρες ὁλόκληρη ἡ κοινωνία ἀποδεχόταν ἕνα συγκεκριμένο ρυθμὸ ζωῆς καὶ μὲ τὸ συνδυασμὸ ποὺ ὑπῆρχε στὰ ἔθιμα, τὴ νομοθεσία, τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανόνες ζωῆς, ὑπενθύμιζαν στὰ μέλη τῆς κοινωνίας τὶς θρησκευτικὲς περιόδους καὶ τὶς ἑορτὲς καὶ κυρίως τὴν περίοδο τῆς Μ. Σαρακοστῆς.

Σήμερα ὅλοι μας, χωρὶς ἀμφιβολία, συμφωνοῦμε ὅτι ὁ τρόπος τῆς καθημερινῆς ζωῆς ἔχει ριζικὰ ἀλλοτριωθεῖ α) ἀπὸ ξεχωριστοὺς κανόνες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως, β) τὴν παρουσία τοῦ ραδιοφώνου, τῆς τηλεόρασης καὶ κυρίως τοῦ διαδικτύου, γ) μὲ τὴν πολυμέριμνά μας καὶ δ) μὲ ὅλα ὅσα διαποτίζουν ὅλη τὴν καθημερινότητά μας καὶ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας, ὥστε νὰ ζοῦμε σὲ μιὰ πραγματικὴ πνευματικὴ «σχιζοφρένεια», ἕνα σπάσιμο δηλαδὴ τῆς ζωῆς μας σὲ δύο κομμάτια: τὸ θρησκευτικὸ καὶ τὸ κοσμικό, ποὺ ἔχουν ὅλο καὶ λιγότερη ἀλληλοεξάρτηση.

Κατὰ συνέπεια ζητιέται ἀπὸ μᾶς μιὰ νέα προσπάθεια, νὰ σκεφτοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναλάβουμε προσωπικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν ἀπαραίτητη θρησκευτικὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ «ἐξωτερικὸ» καὶ τὸ «ἐσωτερικό» εἶναι μας. Εἴμεθα ὑπόχρεοι ἀπέναντι τοῦ ὅποιου περιβάλλοντός μας –ὡς «πόλις ἐπάνω κειμένη»-, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὡς πλασμένοι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὡς συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ἀνάγκη γιὰ «βία», γιὰ «νήψη», γιὰ αὐτοσυγκέντρωση στὸ ἐσωτερικὸ εἶναι μας, νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ τὴν ἀποστασία μας καὶ νὰ παρακαλέσωμεν: Φιλάνθρωπε Κύριε, μὴ μᾶς ἀποστερήσεις αὐτῆς τῆς προσδοκίας!