Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄.
Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον
καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, 
ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον·
ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν·
ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

Ὁ ἅγιος Γεράσιμος γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας τὸ 1506. Ὁ πατέρας του, Δημήτριος, ἀνῆκε σὲ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ ἅγιος Γεράσιμος μεγάλωσε καὶ μορφώθηκε ὅπως ὅλα τὰ ἀρχοντόπουλα τῆς ἐποχῆς. Στὰ 20 χρόνια του ἀποφάσισε νὰ πάει στὴ Ζάκυνθο. Ἡ ἀγάπη του στὸ Χριστὸ τὸν κάνει νὰ ξεκινήσει προσκυνήματα στὰ σημαντικότερα μοναστικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς του. Ἀφοῦ πρῶτα ἐπισκέφθηκε τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πῆρε τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔγινε μοναχός.

Ἱερὸς πόθος του ἧταν νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους. Στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Πατριάρχης ἐκτιμᾶ τὴν προσωπικότητα τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου καὶ τὸν χειροτονεῖ διάκονο καὶ πρεσβύτερο. Διαρκὴς ἧταν ὁ πόθος του νὰ γνωρίσει μοναχοὺς καὶ φημισμένους ἀσκητές, γιὰ νὰ ἀντλήσει διδάγματα ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη ζωὴ τους. Γι’ αὐτὸ ἐπισκέφθηκε τὴν Ἱερὰ Μονὴ Σινᾶ καὶ ἄλλα μεγάλα κέντρα τοῦ μοναχισμοῦ, ὅπως τὴ Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου. Τὸ 1548 ὁ Ἅγιος ἐπιστρέφει στὴ Ζάκυνθο μὲ πλούσια ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐποχῆς του καὶ ἀποφάσισε νὰ τοὺς μιμηθεῖ. Ἀρχικὰ ἀσκήτεψε σὲ μιὰ σπηλιὰ στὴ Ζάκυνθο καὶ μετὰ στὸ γειτονικὸ νησὶ τῆς Κεφαλονιᾶς. Ἀφοῦ ἀσκήτεψε κι ἐκεῖ ἐπὶ ἔξι χρόνια σὲ μιὰ σπηλιὰ ἀποφάσισε νὰ ἱδρύσει μοναστήρι.

Ὁ ἅγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε στὶς 15 Αὐγούστου 1579, τὴν ἴδια μέρα μὲ τὴν ἀγαπημένη του Παναγία. Ἡ πρώτη ἀνακομιδὴ τοῦ σώματός του ἔγινε δύο χρόνια καὶ δύο μῆνες μετὰ τὴν κοίμησή του, στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1581. Ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἁγιότητάς του ἔγινε τὸ 1622.

Λιτή. Ἦχος δ'.

Ὄτε ἐξεδήμησας θεοφόρε Γεράσιμε, πρὸς τὸν σὸν πλάστην καὶ Δημιουργὸν Χριστὸν τὸν Θεόν, παρῆσαν αἱ Ὄσιαι μονάζουσαι, καὶ θρηνοῦσαι καὶ λέγουσαι· Διδάσκαλε μὴ ἐάσης ἡμᾶς ὀρφανάς, ὧν δι’ οἶκτον ἐδόμησας τὸ θεῖον Μονύδριον, ἐν ᾧ αἱ προστρέχουσαι, τῶν βιοτικῶν θορύβων διασώζονται· διὸ πρέσβευε θεομακάριστε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τοῖς εὐσεβῶς ἐκτελοῦσι τὴν μνήμην σου, δωρηθῆναι ἱλασμόν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος. «Ὅταν ἀποδήμησες, θεοφόρε Γεράσιμε, πρὸς τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό σου, τὸν Χριστὸ καὶ Θεὸ, παρέστησαν οἱ ὅσιες μοναχὲς θρηνῶντας καὶ λέγοντας: «Διδάσκαλε, ὀρφανὲς μὴ μᾶς ἀφήσεις, ποὺ γιὰ χάρη μας ἀπὸ εὐσπλαγχνία ἔκτισες τὸ θεῖο Μοναστήρι, μέσα στὸ ὁποῖο οἱ ψυχὲς ποὺ προστρέχουν σώζονται ἀπὸ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου»· γι’ αὐτὸ πρέσβευε, θεομακάριστε, στὸν Χριστό, τὸν Θεό, νὰ χαρίσει συγχώρηση καὶ μέγα ἔλεος σὲ ὅσους μὲ εὐλάβεια τιμοῦν τὴ μνήμη σου».

Δόξα. Ἦχος πλ. δ'.

Τάδε εἶπεν ὁ Ἀββᾶς ταῖς Μοναστρίαις· τεκνία εἰρηνεύετε ἐν ἑαυταῖς καὶ μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονῆτε· ἀλλὰ ταπεινώσατε ἑαυτάς, διὰ τὸν μέχρι καὶ δούλου μορφῆς, ταπεινωθέντα δι΄ ἡμᾶς Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν· τὸ ἱερὸν αὐτοῦ πνεῦμα παρέδωκεν· ὃ συνὸν καὶ συζῶν καὶ συνδιαμένον Χριστῷ, πρέσβευε ἀπαύστως, ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου, καὶ σωτηρίας τῶν ἐτησίως τελούντων τὴν μνήμην αὐτοῦ. «Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἅγιος στὶς μοναχές· παιδάκια μου, νὰ ἔχετε μέσα σας εἰρήνη καὶ νὰ μὴν νιώθετε σπουδαῖες· ταπεινῶστε τὸν ἑαυτό σας γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας, ποὺ ταπεινώθηκε γιὰ ἐμᾶς μέχρι σημείου νὰ λάβει δούλου μορφὴ (νὰ ἐνανθρωπήσει)· τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Του παρέδωσε· ζῶν, διαμένον καὶ εὐρισκόμενο μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, πρέσβευε (Ἅγιο Πνεῦμα) ἀδιαλείπτως γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου καὶ τὴ σωτηρία τῶν τιμώντων/ἑορταζόντων τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου».

Ἕτερα. Ἦχος β΄. Ποίοις εὐφημιῶν στέμμασι.

Ποίοις, οἱ εὐσεβεῖς ᾄσμασιν, ἐπαινέσωμεν τὸν θεοφόρον, τὸν νεοφανέντα τοῖς πέρασι, καὶ φωτὶ θαυμάτων αὐγάζοντα, τῶν πιστῶν ψυχάς τε, καὶ καρδίας ἀστέρα, ᾀειλαμπῆ θεῖον Γεράσιμον; Φωστῆρα, τῆς Ἐκκλησίας διαυγέστατον, τῶν μοναζόντων τὸ κλέος· ὃν τῷ στέφει νίκης ὡς νικήσαντα τὸν ἐχθρόν, Χριστὸς ἐστεφάνωσεν, ὁ ἔχων τὸ μέγα ἔλεος. «Μὲ ποιὰ ἄσματα οἱ εὐλαβεῖς νὰ δοξολογήσουμε τὸν θεοφόρο, τὸν νεοφανῆ στὰ πέρατα, αὐτὸν ποὺ μὲ τῶν θαυμάτων τὸ φῶς φωτίζει/καταλάμπει τὶς ψυχὲς καὶ τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν, τῶν ἄσβεστο ἀστέρα θεῖο Γεράσιμο; Τῆς Ἐκκλησίας τὸν καθαρότατο φωστῆρα, τῶν μοναχῶν τὴ δόξα· αὐτὸν πού, ἐπειδὴ νίκησε τὸν ἐχθρό, στεφάνωσε μὲ τῆς νίκης τὸ στεφάνι ὁ Χριστός, ποὺ παρέχει τὸ μέγα ἔλεος».
Ποίοις, ὑμνῳδιῶν κάλλεσιν, ἀναδύσωμεν τὸν θεοφόρον, τὸν οὐρανομύστην τῆς χάριτος, καὶ σεπτὸν δοχεῖον τοῦ Πνεύματος, τὸν στεῤῥὸν ἀσκήσεως ὁπλίτην· τὸν πάντας, τοὺς δαιμονῶντας σωφρονίζοντα, καὶ πάντας, τοὺς ἀσθενοῦντας θεραπεύοντα, ὀρθοδοξίας φωστῆρα, οὗ τὸ σκῆνος βρύει ἰάματα τοῖς πιστοῖς, ψυχῆς ἀγαλλίασιν, εὐφροσύνην τε καὶ ἔλεος. «Μὲ ποιές ὄμορφες ὑμνῳδίες νὰ ἀναδείξουμε/προβάλλουμε τὸν θεοφόρο (Γεράσιμο), τὸν μυημένο στῆς χάριτος τὰ οὐράνια μυστήρια, τὸ πανέντιμο δοχεῖο τοῦ Πνεύματος, τὸν σταθερὸ/ἀλύγιστο μαχητὴ τῆς ἀσκήσεως; Ποὺ ἔκανε συνετοὺς ὅλους ὅσοι εἶχαν ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ ἔδωσε ὑγεία στοὺς ἀσθενεῖς, τὸν φωστῆρα τῆς ὀρθοδοξίας, τὸ σκήνωμα τοῦ ὁποίου ἀναβλύζει θεραπεῖες γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ εἶναι ἀγαλλίαση ψυχῆς».


Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Σάββας Γεωργιάδης
Ὀκτώβριος 2025