ΟΜΙΛΙΑ  14/5/2024

Ἡ Ἐκκλησία, τό ἄχραντο καί τίμιο σῶμα τοῦ Σωτήρα, εἶναι κοινωνία ἁγίων, δηλαδή ἀνθρώπων βιούντων τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ἐν πίστει καί ἀγάπῃ καί ἐν τῇ χάριτι τοῦ παναγίου Πνεύματος. Εἶναι κοινωνία συνεχής καί ἀδιάπτωτη. Ὅπως ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, ἑνωμένος ἀδιαχώριστα μέ τήν ἀνθρωπότητά του, καί ὅπως ἡ ἁγία Ἐκκλησία Του εἶναι θεανθρώπινη ἕνωση ἀπρόσβλητη στή φθορά καί τόν θάνατο, ἔτσι καί ἡ κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συνάπτουσα τά μέλη της, εἶναι κοινωνία σταθερή καί ἀκατάλητη.

Ἡ Ἐκκλησία διαιρεῖται σέ 2 τμήματα, αὐτό πού εἶναι στή γῆ καί τό ἄλλο πού βρίσκεται στόν οὐρανό. Τό πρῶτο εἶναι ἡ στρατευομένη Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας μέλη εἶναι ἄνθρωποι ἐν ζωῇ, στρατευμένοι κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου καί ἀγωνιζόμενοι ὑπέρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τό δεύτερο μέρος εἶναι ἡ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ἡ ὁποία παρελθοῦσα τῆς παγίδας τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου καί δοῦσα νικηφόρως τόν ἀγώνα τῆς πίστης τελεῖ ἐν θριάμβῳ στή μέση κατάσταση στόν οὐρανό.

Μέλη της εἶναι οἱ ἅγιοι, ὅσοι δηλαδή ἐν πίστει καί ἀγάπῃ ἀποδήμησαν πρός Κύριον, προγευόμενοι τῆς δόξης καί τῶν ἄλλων ἀγαθῶν τῆς θείας βασιλείας. Σέ αὐτούς ἀνήκουνε καί οἱ ἄγγελοι, οἱ καθαρές φύσεις τῶν λειτουργικῶν πνευμάτων τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἅγιοι στή μέση κατάσταση ἐκφράζουν τήν ἀγάπη καί τό ἐνδιαφέρον τους ὑπέρ τῶν ἀγωνιζομένων ἀδελφῶν τους στή γῆ πρεσβεύοντες στόν Θεό ὑπέρ αὐτῶν.

Τό πρεσβευτικό αὐτό ἔργο τῶν ἁγίων εἶναι μέσα στήν πνευματική διάσταση τῆς ἐκκλησίας. Ἡ προσευχή εἶναι πνευματική ἐπικοινωνία μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, βαθιά πνευματική ἀνάγκη κυρίως τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἄλλο μέσο ἐπικοινωνίας μέ τόν ἀναφή καί ἀόρατο Θεό. Κι εἶναι μέν ἀληθές, ὅτι στή γραφή δέν ὑπάρχουν ἄμεσες μαρτυρίες γιά τό πρεσβευτικό αὐτό ἔργο τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας. Ἔμμεσα ὅμως τό ἔργο αὐτό συνάγεται ἐπαρκῶς ἀπ’ ὅσα λέγονται σ’ αὐτόν περί δεήσεων ἀγγέλων καί δικαίων στή γῆ. Ἔτσι στήν Π. Διαθήκη ἄγγελος Κυρίου προσεύχεται στόν Θεό γιά τή σωτηρία τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ ὁ Ραφαήλ μαζί μέ τούς ἑπτά ἁγίους ἀγγέλους προσκομίζουν τίς προσευχές τῶν ἁγίων, εἰσπορευόμενοι ἐνώπιον τής δόξης τοῦ ἁγίου· ἐνῶ στήν Κ. Διαθήκη λέγεται ὅτι «χαρά γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοούντι».

Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ στή γῆ, οἱ πιστοί, προσεύχονται ὁ ἕνας ὑπέρ τοῦ ἄλλου πρός τόν Κύριο, αὐτό δέ ἀποτελεῖ βασική ὑποχρέωση καί κύρια ἔκφραση τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης τους καί τῆς ἀληθινῆς ἐκκλησιαστικότητάς τους. Ὅπου δέν ὑπάρχει ζωντανή καί ἀληθινή προσευχή εἶναι σημάδι ὅτι ἀπουσιάζει ἡ ἀληθινή ζωή. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος παροτρύνει τούς πιστούς ν’ ἀνοίγουν τίς καρδιές τους μέ ἀγάπη ὁ ἕνας στόν ἄλλο καί νά ἐξομολογοῦνται τά παραπτώματά τους, γιατί ἔτσι θά λάβουν ἴαση, ἐπιλέγοντας: «πολύ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη». Γιά τή μεγάλη δέ δύναμη τῆς προσευχῆς ὁ ἱερός συγγραφέας φέρει παράδειγμα τόν προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος διά τῆς προσευχῆς του ἔκλεισε τούς κρουνούς τοῦ οὐρανοῦ «καί οὐκ ἔβρεξεν ἐπί τῆς γῆς ἐνιαυτούς τρεῖς». Ὁ δέ Παῦλος ζητεῖ τίς προσευχές τῶν πιστῶν: «Ἀδελφοί, προσεύχεσθε περί ἡμῶν». Ὁ ἴδιος δέν παραλείπει νά ζητήσει ἀπό τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης νά ἀγωνίζονται μαζί του στίς προσευχές πρός τόν Θεό γιά νά γλιτώσει ἀπό τούς ἀπειθοῦντες στήν Ἰουδαία. Εἶναι δέ εὔλογο νά ὑποθέσουμε, ὅτι ἡ δέηση αὐτή πού γίνεται στή γῆ θά ἐξακολουθήσει νά γίνεται καί στόν οὐρανό καί γιά τούς ἀδελφούς ἐκείνους πού ἀφήρπασε ὁ θάνατος ἀπό τόν ἐφήμερο αὐτό βίο.

Τέλος, ἀφοῦ οἱ ἅγιοι στόν οὐρανό προσεύχονται γιά μᾶς στόν Θεό χωρίς ἡ πρεσβεία τους νά παραβλάπτει τό μεσιτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ἕπεται ὅτι καί ἐμεῖς στή γῆ δικαιούμαστε νά ζητᾶμε τή μεσιτεία τῶν ἁγίων ὡς εὔλογη καί πολλαπλά ὠφέλιμη.
Ἡ ἐπίκληση τῶν δεήσεων τῶν ἁγίων ἀπό τά μέλη τῆς ἐπί γῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας εἶναι σημάδι τιμῆς πρός τά ἱερά τους πρόσωπα. Τήν τιμή αὐτή ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία καί πολυειδῶς ἄλλως πρός τά ἐκλεκτά μέλη της τά ἀποκείμενα στόν οὐρανό. Καί ἀληθεύει μέν ὅτι στή Γραφή τιμή καί λατρεία ἀνήκουν μόνον στόν ἅγιο Θεό. Στήν Π. Διαθήκη ἐπιβάλλεται ἀποκλειστική λατρεία μόνο στόν ἀληθινό Θεό, ἐνῶ ἡ εἰδωλολατρία καταδικάζεται ὡς ἔσχατη παραπλάνηση καί ἔκπτωση. Ὁ Κύριος ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου κατά τή διάρκεια τοῦ πειρασμοῦ Του στήν ἔρημο ἀπό τό πνεῦμα τῆς πονηρίας, πού θέλησε νά τόν τραβήξει στή δική του προσκύνηση, τό ἀποστόμωσε: «Κύριον τόν Θεόν σου προσκυνήσεις καί αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις». Ὅμοια καί ὁ Παῦλος γράφει, ὅτι αἰώνια τιμή καί δόξα ἀνήκουν μόνο στόν βασιλέα τῶν αἰώνων, τόν ἀόρατο καί μόνο σοφό. Ἐν τούτοις ἡ κυρία αὐτή προσκύνηση καί λατρεία ἡ πρός τόν Θεόν ὀφειλομένη δέν ἀποκλείει τή σχετική προσκύνηση καί τιμή πρός τούς ἁγίους, τούς τιμωμένους φίλους τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ‘θαυμαστός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ . Οἱ ἅγιοι, ὡς φίλοι τοῦ Θεοῦ, εἶναι φυσιό νά τιμῶνται καί ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Εἶναι, λοιπόν, ἀναγκαῖο νά γίνεται διάκριση μεταξή τῆς καθαυτό λατρείας, ἡ ὁποία ἀνήκει ἀποκλειστικά στόν Θεό, καί τῆς τιμητικῆς καί σχετικῆς, ἡ ὁποία ὀφείλεται στούς ἁγίους καί τούς μάρτυρες, τούς φίλους τοῦ Θεοῦ.

Ἡ διδασκαλία τῆς Γραφῆς περί τιμῆς τῶν ἁγίων πέρασε στή λατρεία καί στήν παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ὅπως δείχνουν τά μαρτυριολόγια, οἱ ἐπιτάφιες ἐπιγραφές, οἱ σωζόμενες στίς κατακόμβες, καί οἱ λειτουργίες της. Ἡ τιμή ἐκδηλωνόταν κυρίως μέ τήν ἀνέγερση ναῶν στή μνήμη τῶν μαρτύρων πάνω στούς τάφους τους, καί ἀπό τήν ἄλλη μέ πανηγυρικές συνάξεις κατά τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τους, οἱ ὁποῖοι κατέληγαν στήν τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας.
Ὁ δέ Μ. Βασίλειος τήν τιμή πρός τούς ὁμοδούλους χαρακτηρίζει ὡς «ἀπόδειξιν τῆς πρός τόν κοινόν Δεσπότην εὐνοίας» καί ὅτι «δοξάζομεν πρώτον τόν δεσπότην διά τῶν δούλων».
Ὅ,τι δέ προσφέρουμε κατά τήν ἐτήσια μνήμη τῶν ἐστεμμένων μαρτύρων δέν τό προσφέρουμε σ’ αὐτούς, ἀλλά σ’ ἐκεῖνο πού τούς στεφάνωσε, αὐτούς δέν τούς τιμᾶμε μέ τήν ἴδια ἐν ἀγάπῃ λατρεία, ὅπως τό κάναμε καί ὅταν ἀκόμη ζοῦσαν κοντά μας στή γῆ.
Ἀλλά καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνοψίζων τή διδασκαλία τῶν πρό αὐτοῦ Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει νά τιμᾶμε τούς ἁγίους ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ, τέκνα καί κληρονόμους Θεοῦ, σύμφωνα μέ ὅ,τι λέγεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ὅτι σέ ὅσους δέχτηκαν τόν Χριστό «ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» καί σύμφωνα μέ ὅ,τι εἶπε στούς Ἀποστόλους ὁ Σωτήρας: «ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ».

Περαιτέρω ὁ ἱερός Πατήρ καθορίζει καί τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἁρμόζει νά τιμᾶμε τούς ἁγίους: «ναί, τιμητέον, ναούς ἐγείρονας τῷ Θεῷ ἐπί τῷ τούτων ὀνόματι, καρποφορίας προσάγοντας, τάς τούτων μνήμας γεραίροντας καί ἐν αὐταῖς εὐφραινομένους πνευματικῶς, ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς, καί αὐτοί ἔμψυχοι στῆλαι αὐτῶν καί εἰκόνες τῇ τῶν ἀρετῶν μιμήσει γινόμενοι». Στή συνέχεια ἀπαριθμεῖ κι αὐτούς τούς ὁποίους πρέπει νά τιμᾶμε: «τήν Θεοτόκον ὡς κυρίως καί ἀληθῶς Θεοῦ μητέρα, τόν προφήτην Ἰωάννην ὡς πρόδρομον καί βαπτιστήν, ἀπόστολον τέ καί μάρτυρα». Κατόπιν «τούς ἀποστόλους, προφήτας, ποιμένας καί διδασκάλους· τούς τέ τοῦ Κυρίου μάρτυρας καί τούς ὁσίους πατέρας ἡμῶν, τούς θεοφόρους ἀσκητάς», «τούς πρό τῆς χάριτος προφήτας, πατριάρχας, δικαίους, τούς προκατηγγελκότας τήν τοῦ Κυρίου παρουσίαν».

Στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ τιμή ἡ ὀφειλόμενη στούς ἁγίους δέν περιορίζεται μόνο στά τελειωθέντα πνεύματα αὐτῶν, τά ἀποκείμενα ἐν δόξῃ στόν Παράδεισο (στή μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν), ἀλλ’ ἀποδίδεται καί στά ἱερά τους λείψανα τά φυλασσόμενα στούς ἱερούς ναούς. Τοῦτο ὀφείλεται στή βαθειά ἕνωση καί τή στενή συζυγία ψυχῆς καί σώματος, ὅπως θέλησε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀρετή καί ἡ κακία τῆς ψυχῆς ἀνακλοῦν στό σῶμα ὅπως καί ἡ κακότητα τοῦ σώματος ἀνακλᾶ στίς ψυχές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος τελειωθεῖ στά μέτρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ τελείωση αὐτή δέν ἀφορᾶ μόνο στήν ψυχή ἀλλά καί στό σύνοικο σῶμα, τό ὁποῖο μετέχει στίς ὅποιες καταστάσεις, καί τά παθήματα τῆς ψυχῆς. Τό σῶμα δέν εἶναι ἁπλά δοχεῖο τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί ναός καθαρός του παναγίου Πνεύματος. Μετέχει τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς ψυχῆς καθώς καί τῆς δόξας τῆς ὀφειλομένης σ’ αὐτήν. Τά λείψανα τῶν ἁγίων (ὅ,τι ἀπέμεινε μετά τόν χωρισμό τῶν ψυχῶν ἀπό τά οἰκεῖα τους σώματα) εἶναι ἱερά, πού σημαίνει ὅτι ἡ θεία χάρη ὄχι μόνο ἐνοικεῖ σ’ αὐτά ἀλλά καί δι’ αὐτῶν ἐνεργεῖ ἰάσεις καί θαύματα. Εἶναι ἄφθαρτα στά χρόνια καί εὐωδιάζουν.

Ἡ πίστη στήν ἱερότητα καί τή δύναμη τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων ἀποτελεῖ κορυφαία ἐκδήλωση τοῦ ἤθους καί τῆς εὐσέβειας τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ τιμή πρός τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων ἄρχισε νά ἐμφανίζεται νωρίτερα στήν Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἐναντίον της διωγμῶν τοῦ ἐθνικοῦ περιβάλλοντος, ὁπότε ἀναδείχτηκαν οἱ λαμπροί ἥρωες τῆς πίστης της καί οἱ στεφανηφόροι της μάρτυρες. Ἤδη στό Μαρτύριο τοῦ Πολυκάρπου, ἐπισκόπου Σμύρνης, ἀναφέρεται ὅτι ὅταν τό σεπτό σῶμα τοῦ ἁγίου κατεκάη, οἱ πιστοί περισυνέλεξαν «τά τιμιώτερα λίθων πολυτελῶν καί δοκιμώτερα ὑπέρ χρυσίον ὀστᾶ αὐτοῦ, ὥστε, συναθροιζόμενοι κατά τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου του, νά ἐπιτελοῦν ‘τήν τοῦ μαρτυρίου αὐτοῦ ἡμέραν γενέθλιον’.

Ὁ ἱερός Κύριλλος Ἱεροσολύμων προσπαθώντας ἀφετέρου νά δώσει ἐξήγηση τῆς ἐνέργειας τῆς χάριτος, ἡ ὁποία ἐκπορεύεται ἀπό τά λείψανα τῶν ἁγίων, παρατηρεῖ: «ἔγκειταί τις δύναμις τῷ τῶν ἁγίων σώματι διά τήν ἐν τοσούτοις ἔτεσιν ἐνοικήσασαν ἐν αὐτῷ δικαίαν ψυχήν, ἧς ὑπηρέτημα γέγονεν». Τοῦτο ὑπενθυμίζει τούς λόγους τοῦ Παύλου, ὅτι τά σώματά μας εἶναι μέλη Χριστοῦ καί «ναός τοῦ ἐν ἡμίν ἁγίου Πνεύματος». Δέν παραλείπει δέ νά ἀναφέρει τά σουδάρια καί σημικίνθια τῶν Ἀποστόλων, τά ὁποῖα, ἄν καί «ἔξωθεν» τοῦ σώματος αὐτῶν ὄντα, μόνο διά τῆς ἐπαφῆς μέ αὐτά ἐλάμβαναν τέτοια δύναμη, ὥστε «τῶν σωμάτων ἁπτόμενα τῶν νοσούντων ἤγειρε τούς ἀσθενεῖς».

Τά Ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων εἶναι θαυματουργά. Ἡ δύναμη βέβαια αὐτή δέν εἶναι ἔμφυτη σ’ αὐτά, ὅπως πιό πάνω εἴπαμε, ἀλλά δοτή, ὀφειλόμενη στή χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐνοικεῖ σ’ αὐτά καί τά ἁγιάζει, ὅπως ἁγιάζει γενικά τίς ψυχές τῶν δικαίων καί τῶν ἁγίων. Τά θαύματα τῶν ἱερῶν λειψάνων εἶναι ἀναμφισβήτητα. Εἶναι ἐξωτερικῶς ὁρατά, διαθερμαίνοντα τήν πίστη καί τήν ἀρετή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Περί τῶν θαυμάτων αὐτῶν ἔχουμε ἐπίσημες μαρτυρίες ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος, ἐπίσκοπος Μεδιολάνων, σέ μιά ἐπιστολή του ἐπικαλεῖται τήν πεῖρα τῶν παραληπτῶν τῆς παρατηρώντας· ἐγνωρίσατε πολλούς, ἀκόμη εἴδατε μέ τά μάτια σας πολλούς ἐλευθερωθέντες ἀπό τά δαιμόνια, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμενοι νά ἀγγίξουν τά ἱμάτια τῶν ἁγίων ξαφνικά θεραπεύτηκαν ἀπό ὅλα τα δεινά πού τούς ἐπίεζαν… Πόσες ὀθόνες (= λεπτά λινᾶ ἐνδύματα) κυκλοφοροῦν ἀπό χέρι σέ χέρι! Πόσα ἐνδύματα πού τέθηκαν πάνω στά λείψανα ἁγίων ἀποδείχθηκαν ἰαματικά μέ μόνη τήν ἐπαφή… Ὅλοι ζητοῦν νά τά ἀγγίξουν, ἔστω καί ἐλαφρά, ἐκεῖνος δέ πού τό κάνει γίνεται ἀμέσως καλά.
Περί θαυματουργίας τῶν ἱερῶν λειψάνων κάνουν λόγο καί ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Αὐγουστῖνος, ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ὁ Γρηγόριος Νύσσης καί ὁ Μ. Βασίλειος.
Ἐκεῖνος ὅμως πού κατ’ ἐξοχήν ἐξαίρει τήν πίστη καί τήν εὐσέβεια τῆς Ἐκκλησίας γύρω ἀπό τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων εἶναι ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Κατ’ αὐτόν «οὐχί μόνον τά ὀστᾶ τῶν μαρτύρων, ἀλλά καί οἱ τάφοι αὐτῶν καί αἱ λάρνακες πολλήν βρύουσι τήν εὐλογίαν». Περιγράφοντας δέ μέ ζωηρά χρώματα τή δύναμη τῶν ἁγίων λειψάνων ἐπάνω στίς δαιμονικές φύσεις γράφει ὅτι αὐτή «δαίμονας παρίστησι καί βασανίζει καί τῶν δεσμῶν ἐκείνων τῶν πικροτάτων ἀπολύει τούς δεδεμένους». Καί ἐνῶ ἐξωτερικά δέν φαίνεται νά πλήττει τή φύση τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἀκούονται ὡστόσο φωνές καί οἰμωγές καί σπαραγμοί «τοῦ δαίμονος οὐ φέροντος τήν θαυμαστήν δύναμιν ἐκείνην». Ἔτσι οἱ ἅγιοι, πού στή γῆ φόρεσαν τά ὑλικά σώματα, «τῶν ἀσωμάτων κρατοῦσι δυνάμεων, καί ἡ κόνις καί τά ὀστᾶ καί ἡ τέφρα τάς ἀοράτους ἐκείνους διαξαίνει φύσεις».

Ὅ,τι ἰσχύει γιά τά ἱερά λείψανα, τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τίς ἱερές εἰκόνες τῶν ἁγίων. Καί σ’ αὐτές ἐνοικεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀντικείμενα ἱερά, ἄξια σεβασμοῦ καί τιμητικῆς προσκύνησης. Λέγομε τιμητικῆς προσκύνησης, γιατί ἡ καθαυτό προσκύνηση, ἡ λατρεία, ἀνήκει μόνο στόν ὑπερούσιο Θεό. Ὅσοι πολεμοῦν τίς ἅγιες εἰκόνες καί τήν προσκύνησή τους εἶναι βαθιά νυχτωμένοι καί ἄσχετοι, ἀγνοῶντας τή σωστή σχέση μεταξύ πνευματικοῦ καί ὑλικοῦ στήν ὀρθόδοξη κοσμοθεωρία, μή μπορῶντας νά διαστείλουν τίς δύο προσκυνήσεις, τέλεια καί σχετική. Αὐτό πάσχουν ἀφόρητα οἱ Διαμαρτυρόμενοι καί ὅσα ἀσταθῆ πνεύματα παρασύρονται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ ἱερές εἰκόνες τῶν ἁγίων εἶναι κι αὐτές, ὅπως τά ἱερά λείψανα θαυματουργές. Ἡ τιμητική προσκύνηση τῶν εἰκόνων εἶναι κορυφαῖο σύμπτωμα τῆς λειτουργικῆς συνείδησης καί εὐσέβειας τῆς Ὀρθοδοξίας.

Κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας εἶναι γνωστοί οἱ μακροχρόνιοι καί σκληροί ἀγῶνες στούς ὁποίους ἀποδύθηκε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Στή διαμάχη ἔθεσε τέρμα ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική σύνοδος, ἡ συγκληθεῖσα τό 787 στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Στόν ὅρο της ἡ σύνοδος διαλαμβάνει, μεταξύ ἄλλων: ‘‘ἡ τιμητική προσκύνηση δέν περιορίζεται στήν ὕλη τῶν εἰκόνων καί σ᾿ ὅ,τι ἀπεικονίζεται σ’ αὐτήν, ἀλλά διαβαίνει δι᾿ αὐτῶν στά εἰκονιζόμενα πρόσωπα τῶν ἁγίων’’.
Θεωρητικός ὑπέρμαχος τῆς τιμητικῆς προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων, πρίν ἀπό τή σύγκληση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου, ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.

Ἄλλο εἶναι ἡ τιμητική προσκύνηση πού ἀποδίδεται στίς ἅγιες εἰκόνες καί σέ καθαγιασμένα πρόσωπα καί πράγματα, καί ἄλλο ἡ προσκύνηση λατρείας ἡ ὀφειλόμενη μόνο στόν ἅγιο Θεό. Στίς εἰκόνες δέν προσκυνᾶμε τήν ὕλη, ἀλλά τά εἰκονιζόμενα πρόσωπα τῶν Ἁγίων, στά ὁποῖα μεταφέρεται διά τῶν εἰκόνων ἡ προσκύνηση. Παράλληλα, ὁ ἅγιος Πατήρ ἐξαίρει καί τά πολλά ὀφέλη πού προέρχονται ἀπό τή χρήση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ εἰκόνες εἶναι σάν ὑπομνήματα. Καί ὅ,τι στούς ἐγγραμμάτους εἶναι τό βιβλίο, γιά τούς ἀγραμμάτους εἶναι ἡ εἰκόνα. Στίς εἰκόνες ἐγγράφονται οἱ ἀριστεῖες καί τά κατορθώματα τῶν ἱερῶν προσώπων πού εὐαρέστησαν στόν Κύριο, ὥστε διά τῆς τέχνης καί τῆς ζωηρότητας τῶν χρωμάτων νά διεγειρόμαστε στή μίμηση ἐκείνων. Ἐπί πλέον οἱ ἱερές εἰκόνες εἶναι ἀγωγοί τῆς θείας χάριτος στούς πιστούς.

Ἡ πνευματική ἐπικοινωνία τῆς στρατευόμενης Ἐκκλησίας μέ τή θριαμβεύουσα δέν περιορίζεται μόνο στήν τιμητική προσκύνηση τῶν ἁγίων τῶν ἀποκειμένων στή μέση κατάσταση, οὔτε καί στήν αἴτηση πρεσβείας τους πρός τόν Θεό, ἀλλ’ ἐκδηλώνεται καί στό ἐνδιαφέρον καί γιά τά πολλά μέλη της, τά ὁποῖα ἀπεδήμησαν ἀπό τόν κόσμο τοῦτο καί, εἶναι ἐνοχῆς ἁμαρτημάτων πού συναπεκόμισαν μαζί τους, δέν αἰσθάνονται ἄνετα στό νέο τόπο τῆς ἀποδημίας τους. Τά μέλη αὐτά τῆς Ἐκκλησίας, ἴσως τά πιό πολλά, δέν ἀποτελοῦν ἐνδιάμεση κατάσταση μεταξύ τῶν δικαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν ἐν μέσῳ τή μακαριότητα τοῦ οὐρανοῦ κοντά στόν Θεό, καί τῶν ἀδίκων καί ἁμαρτωλῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη κατακεκριμένοι στόν ᾅδη· ἁπλά πρόκειται περί τῶν ψυχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πέθαναν ἐν κοινωνίᾳ μετά τῆς Ἐκκλησίας, δέν διέπραξαν θανάσιμα ἁμαρτήματα, πού ἀποξενώνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό, ἀλλά μόνο συγγνωστά καί ξαφνικά ὁ θάνατος τούς πῆρε στόν ᾅδη, χωρίς νά ἔχουν προλάβει νά τακτοποιήσουν τό ἠθικό ζήτημα τῆς ψυχῆς τους. Ἡ θέση τῶν ψυχῶν αὐτῶν εἶναι προβληματική. Ὡς μή ἔχουσες θανάσιμα ἁμαρτήματα δέν μποροῦν νά καταταχθοῦν στήν κόλαση, ἐνῶ ὡς φέρουσες τήν ἐνοχή συγγνωστῶν ἁμαρτημάτων δέν εἶναι εὔθετες στόν Παράδεισο. Μοιάζουν σάν μετέωρες. Ἡ δέ ἐνοχή πού τίς βαραίνει εἶναι φυσικό νά τούς δημιουργεῖ θλίψη καί ὀδύνη. Αὐτές ἀκριβῶς οἱ ψυχές ἔχουν ἀνάγκη τῶν μνημοσύνων καί τῶν δεήσεων τῆς Ἐκκλησίας.

Πρός καλύτερη κατανόηση τοῦ ζητήματος πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ὅ,τι εἴπαμε καί σέ προηγούμενή μας σημείωση. Στόν ᾅδη ἀποκλείεται κάθε μετάνοια καί ἄλλη ἠθική ἐξέλιξη. Οὔτε οἱ καλές ψυχές μποροῦν νά βελτιωθοῦν ἠθικά ἀναπτύσσουσες τό ἠθικό σπέρμα πού εἶχαν στήν ἐπίγεια ζωή τους, οὔτε πάλι νά περιπέσουν στήν κακία. Ἀλλ’ οὔτε καί οἱ κακές ψυχές ἀπό τήν ἄλλη ἔχουν δυνατότητα νά μεταπηδήσουν ἀπό τά κολαστήρια του ᾅδη στά ἀγαθά τῆς θείας βασιλείας.

Ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἑνιαία πνευματική κοινωνία, δέν μπορεῖ παρά νά ἐνδιαφέρεται γιά τή ζωή καί τήν τύχη τῶν μελῶν της πού ἀπέσπασε ἀπό τούς κόλπους της ὁ θάνατος. Τό ἐνδιαφέρον της αὐτό εἶναι σαφῶς πνευματικό, ἀνάλογο πρός τήν πνευματική φύση καί τούς λυτρωτικούς της σκοπούς. Συγκεκριμένα προσεύχεται στόν Θεό γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ψυχῶν καί τήν ἀνάπαυσή τους, προσφέροντας τή θυσία τῆς εὐχαριστίας καί κάνοντας εὐποιίες καί ἐλεήμονα ἔργα.

Ἡ πίστη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι διάχυτη στή λατρεία καί τήν ἱερή της παράδοση. Ἤδη ὁ ἱερός Κύριλλος Ἱεροσολύμων, σχετικά μέ τήν προσφορά τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τίς ἀγαθοποιίες ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν τεθνεώντων, παρατηρεῖ ὅτι «μεγίστην ὄνησιν πιστεύομεν ἔσεσθαι ταῖς ψυχαῖς, ὑπέρ ὧν ἡ δέησις ἀναφέρεται τῆς ἁγίας καί φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Παράλληλα ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τό ἔθος νά γίνεται στήν προσφορά τῆς θείας Εὐχαριστίας μνήμη τῶν ἀπελθόντων θεωρεῖ νομοθετημένο ἀπό τούς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι δέν τό ἐνομοθέτησαν, ἁπλῶς ὡς ἔτυχε, ἀλλά ἐν ἐπιγνώσει ὅτι «αὐτοῖς (τοῖς θανοῦσι) πολύ κέρδος γίνεται καί πολλή ἡ ὠφέλεια».

Ὅτι παρέχεται ὄνηση στίς ψυχές τῶν ἀποθανόντων διά τῶν προσευχῶν τῆς Ἐκκλησίας (ἱερά μνημόσυνα, προσφορά τῆς θείας Εὐχαριστίας κ.ἄ.) εἶναι δίδαγμα σαφές καί ἀναντίρρητο στήν ὀρθόδοξη πίστη μας.
Οἱ καταστάσεις τῶν ψυχῶν μετά θάνατο εἶναι μυστηριώδεις καί ἀνεξιχνίαστες, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τά ἱερά της μνημόσυνα ἀδιακρίτως σέ ὅλους, δικαίους καί ἀδίκους, μή γνωρίζοντας τήν πνευματική κατάσταση τῶν μελῶν της τίς κρίσιμες ὧρες τοῦ θανάτου, κατά πόσο δηλαδή οἱ κακοί στή ζωή τούς μετάνοιωσαν τήν τελευταία στιγμή γιά τά κακουργήματά τους καί ζήτησαν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁπότε γίνονται δεκτικοί τῶν μετά θάνατο προσευχῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅ,τι ὅμως κι ἄν συμβαίνει, ἄν ὑπό ὁρισμένους ὅρους ὠφελοῦν τίς ψυχές τά ἱερά μνημόσυνα τῆς Ἐκκλησίας, τό βέβαιο εἶναι ὅτι ἀποβαίνουν πολλαπλῶς ὠφέλιμα σέ μᾶς ἐδῶ πού τά τελοῦμε. Ἔτσι μᾶς παρέχεται ἡ εὐκαιρία νά ἐνισχύσουμε τήν πίστη μας στήν πέραν τοῦ τάφου ζωή, νά αὐξήσουμε τόν σεβασμό μας στούς νεκρούς, νά συνειδητοποιήσουμε τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων καί νά κρατύνουμε τήν ἐλπίδα μας στό θεῖο ἔλεος, ἀφυπνίσσοντας ἐν γένει τό αἴσθημα τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλαδελφίας.

Ἐπεξεργασία κειμένου π Σαββας Γεωργιαδης
ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀνδρέα Θεοδώρου «Βασική δογματική διδασκαλία»