Πρωτίστως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἐὰν πιστεύομεν, στὴν ὕπαρξη ψυχῆς, μελλούσης ἀθανάτου ζωῆς καὶ αἰωνιότητας.
Στὸ παρελθόν, στὶς ὀρθόδοξες χῶρες ὁλόκληρη ἡ κοινωνία ἀποδεχόταν ἕνα συγκεκριμένο ρυθμὸ ζωῆς καὶ μὲ τὸ συνδυασμὸ ποὺ ὑπῆρχε στὰ ἔθιμα, τὴ νομοθεσία, τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανόνες ζωῆς, ὑπενθύμιζαν στὰ μέλη τῆς κοινωνίας τὶς θρησκευτικὲς περιόδους καὶ τὶς ἑορτὲς καὶ κυρίως τὴν περίοδο τῆς Μ. Σαρακοστῆς.
Σήμερα ὅλοι μας, χωρὶς ἀμφιβολία, συμφωνοῦμε ὅτι ὁ τρόπος τῆς καθημερινῆς ζωῆς ἔχει ριζικὰ ἀλλοτριωθεῖ α) ἀπὸ ξεχωριστοὺς κανόνες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως, β) τὴν παρουσία τοῦ ραδιοφώνου, τῆς τηλεόρασης καὶ κυρίως τοῦ διαδικτύου, γ) μὲ τὴν πολυμέριμνά μας καὶ δ) μὲ ὅλα ὅσα διαποτίζουν ὅλη τὴν καθημερινότητά μας καὶ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας, ὥστε νὰ ζοῦμε σὲ μιὰ πραγματικὴ πνευματικὴ «σχιζοφρένεια», ἕνα σπάσιμο δηλαδὴ τῆς ζωῆς μας σὲ δύο κομμάτια: τὸ θρησκευτικὸ καὶ τὸ κοσμικό, ποὺ ἔχουν ὅλο καὶ λιγότερη ἀλληλοεξάρτηση.
Κατὰ συνέπεια ζητιέται ἀπὸ μᾶς μιὰ νέα προσπάθεια, νὰ σκεφτοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναλάβουμε προσωπικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν ἀπαραίτητη θρησκευτικὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ «ἐξωτερικὸ» καὶ τὸ «ἐσωτερικό» εἶναι μας. Εἴμεθα ὑπόχρεοι ἀπέναντι τοῦ ὅποιου περιβάλλοντός μας –ὡς «πόλις ἐπάνω κειμένη»-, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὡς πλασμένοι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὡς συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ἀνάγκη γιὰ «βία», γιὰ «νήψη», γιὰ αὐτοσυγκέντρωση στὸ ἐσωτερικὸ εἶναι μας, νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ τὴν ἀποστασία μας καὶ νὰ παρακαλέσωμεν: Φιλάνθρωπε Κύριε, μὴ μᾶς ἀποστερήσεις αὐτῆς τῆς προσδοκίας!

Δὲν νοεῖται χριστιανικὴ ζωὴ χωρὶς ἄσκηση καὶ νηστεία. Αὐτὸ μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων καὶ αὐτὸ πιστεύει καὶ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, θεωρώντας τὴ νηστεία ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς καὶ ἀρχαιότατους θεσμούς της.
Ὅμως, ὅπως καὶ ἄλλοι θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι καὶ ἡ νηστεία, ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας, κινδυνεύει νὰ χάσει τὸ νόημά της ἢ νὰ περιέλθει σὲ ἀχρησία, διότι δὲν ἔχουμε πάντοτε τὴν ἀπαραίτητη ἐπίγνωση γιὰ τὴ βαθύτερη σημασία της καὶ ἔτσι ἡ τήρηση τῆς νηστείας ἐκπίπτει σὲ μία τυπικὴ πράξη ποὺ δὲν ἀνταποκρίνεται στὸ βαθύτερο περιεχόμενο, τὸ ὁποῖο προσέδωσε στὸ θεσμὸ τῆς νηστείας ἡ πίστη καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ λέξη νηστεία εἶναι σύνθετη καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρνητικὸ μόριο νὴ καὶ τὸ ρῆμα ἐσθίω, ποὺ σημαίνει τρώγω. Νῆστις –ἡ πρώτη λέξη ποὺ δημιουργήθηκε– σημαίνει αὐτὸς ποὺ δὲν ἐσθίει, δὲν τρώει. Ἀπὸ τὴ λέξη αὐτή, στὴ συνέχεια, προῆλθε τὸ ρῆμα ‘νηστεύω’ καὶ τὸ ἀφηρημένο οὐσιαστικὸ ‘νηστεία’ καὶ ἡ διάκριση τῶν διαφόρων τροφῶν σὲ νηστήσιμες καὶ ἀρτυμένες ἢ ἀρτύσιμες.Ἡ νηστεία ἀποτελεῖ ἕναν πανάρχαιο ἐκκλησιαστικὸ θεσμό. Δὲν τὴ συναντοῦμε μόνο μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους ἀρχαίους λαούς, στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ Ρωμαίους.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας –καὶ ἰδιαίτερα ὁ Μ. Βασίλειος–ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ νηστεία νομοθετήθηκε στὸν ἴδιο τὸν παράδεισο μὲ τὴν ἀπαγορευτικὴ ἐντολή, ποὺ ἔδωσε στοὺς πρωτόπλαστους ὁ Θεός, νὰ μὴ φᾶνε «ἀπὸ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν» (Γέν. β΄, 16-17). Ἐντολὴ γιὰ αὐστηρὴ ἡμερήσια νηστεία δίνει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Μωυσῆ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεγάλης Μετανοίας ἢ τοῦ Ἐξιλασμοῦ (Λευιτ. ιστ΄ 29-30 κ΄·κγ΄, 27-33).
«Ἂν ἡ νηστεία ἦταν ἀναγκαία στὸν παράδεισο, εἶναι πολὺ περισσότερο ἀναγκαία ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ἂν ἦταν χρήσιμο τὸ φάρμακο πρὶν ἀπὸ τὸν τραυματισμό, εἶναι πολὺ περισσότερο χρήσιμο μετὰ ἀπὸ τὸν τραυματισμό» (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος).
Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τῆς τυποποίησης τῆς νηστείας. Λέγει ὁ Θεός: «Τὴ νηστεία καὶ τὶς ἀργίες, τὶς πρωτομηνιὲς καὶ τὶς ἑορτές σας μισεῖ ἡ ψυχή Μου. Παύσατε τὶς πονηρίες σας, μάθετε νὰ κάνετε τὸ καλό. Ἀναζητήσατε τὸ δίκαιο, ἀθωώσατε τὸν ἀδικούμενο, ἀποδώσατε τὸ δίκαιο στὸ ὀρφανὸ καὶ δικαιώσατε τὴ χήρα ποὺ ἀδικεῖται» (Ἧσ. α΄, 13-17).
Μάρτιος 2025
Ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μπλεγμένη μέ τίς ρίζες τῶν παθῶν, πού εἶναι ἀκανθώδεις, καί τήν ἔχουν «γαντζώσει» γιά τά καλά. Μόλις λοιπόν ἐπιχειρήση ὁ ἄνθρωπος μέ τήν φώτισι τοῦ Θεοῦ νά ξερριζώση ἕνα πάθος, σκίζει καί τήν καρδιά, πού βγάζει αἷμα καί πονάει. Ἄν δέν κάνη ὁ ἄνθρωπος ὑπομονή στόν πόνο, σταματάει ἐκεῖ καί ἐγκαταλείπει τόν ἀγῶνα καί μένει ἐμπαθής καί ἁμαρτωλός.
Γι’ αὐτό καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, μέ τήν φώτισι τοῦ Θεοῦ, μέ τήν προσευχή κ.λπ. ἀγωνίστηκαν καί πίεσαν τόν ἑαυτό τους καί ξερρίζωσαν σιγά - σιγά τίς ρίζες τῶν παθῶν καί ἔφθασαν στήν ἀπάθεια. Καί μετά δέν ἐπολεμοῦντο οὔτε ἀπό ὑπερηφάνεια, οὔτε ἀπό κενοδοξία, οὔτε ἀπό φθόνο, οὔτε ἀπό λογισμούς.
Βλέπουμε τούς ἁγίους νά κάνουνε θαύματα καί νά μήν ὑπερηφανεύωνται καθόλου. Ὅταν κενόδοξη ὁ ἄνθρωπος γιά τό ἔργο πού κάνει, χάνει τό μισθό του.
Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος πῆγε στό ὄρος τῆς Νιτρίας στήν Αἴγυπτο, καί ἐρώτησε τόν πιό πνευματικό καί προοδευμένο γέροντα καί τοῦ λέει:
«Ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή πού βρῆκες καί ποιά εἶναι αὐτή πού ἀξίζει πάνω ἀπ’ ὅλες τίς ἀρετές;»
Ἀπάντησε ἐκεῖνος: «Βρῆκα τήν αὐτομεμψία, δηλαδή τό νά κατηγορῶ τόν ἑαυτό μου καί νά ρίχνω τό βάρος ἐπάνω μου, ὅτι ἐγώ φταίω “Τό μέμφεσθαι ἐαυτόν”».
Νοέμβριος 2024
Όσοι είναι φίλοι του Θεού, όσοι έχουν κλείσει μέσα τους τον Κύριο σαν ένα πολύτιμο θησαυρό, δέχονται με πολλή χαρά τις βρισιές και τις ατιμίες, και αγαπούν με καθαρή καρδιά, σαν ευεργέτες, αυτούς που τους αδικούν.

Ο Χριστός, ο αναμάρτητος, ραπίσθηκε άδικα από ένα δούλο, κι έτσι έγινε το πρότυπο όλων μας στην ανεκτικότητα, τη μεγαλοψυχία και τη μακροθυμία. Αλλά μόνο ραπίσθηκε; Αν πάρουμε από την αρχή τα γεγονότα της ένσαρκης οικονομίας Του, θα δούμε πως αυτή δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μια αλυσίδα ταπεινώσεων και εξευτελισμών.
Πρώτα-πρώτα ο Κύριος, όντας Θεός, καταδέχθηκε να έρθει στη γη, «μορφήν δούλου λαβών», και να ζήσει ανάμεσά μας σαν ένας άσημος και φτωχός «τέκτονος υιός». Μέχρι τα τριάντα Του χρόνια βοηθούσε τον άγιο Ιωσήφ στο ταπεινό επάγγελμα του ξυλουργού. Ύστερα, όσο κήρυττε και θαυματουργούσε, υπέμεινε το διασυρμό, τη συκοφαντία και τις επιβουλές των Φαρισαίων και Γραμματέων. Και τέλος, πιάστηκε, χλευάσθηκε, μαστιγώθηκε, ραπίσθηκε και σταυρώθηκε.
Διαβάστε περισσότερα: Υπάρχει τρόπος να υπομένουμε τους πειρασμούς;
Ὑπάρχει ἕνα θαυμάσιο γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου, τὸν ὁποῖο ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας στὶς 12 Ἰουνίου:
Ὅταν ἦταν πολὺ μικρός, μπῆκε σ’ ἕνα Κοινόβιο, ἄγνωστο πῶς. Μεγάλος ἀνεχώρησε γιὰ τὴν ἔρημο, ὅπου ἔζησε 60 χρόνια χωρὶς νὰ δῆ ποτὲ ἄνθρωπο. Ἦταν γυμνός, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα του ἐκαλύπτετο ἀπὸ τὴν μακρυὰ γενειάδα του, ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸ ἔδαφος, καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ μαλλιά του καὶ τὶς μεγάλες τρίχες τοῦ ὅλου σώματος.
Τὸν μεγάλο αὐτὸ Ἅγιο τὸν ἀνακάλυψε ὁ Ὅσιος Παφνούτιος, στὸν ὁποῖον ἐδιηγήθη τὰ τῆς ὁσιακῆς καὶ ἐρημικῆς ζωῆς του.
Ὅταν λοιπὸν ἦταν πολὺ μικρός, 5-6 ἐτῶν, καὶ ζοῦσε στὸ Κοινόβιο, συνέβη τὸ ἐξῆς: Ὡς μικρὸς ποὺ ἦταν, ἔτρωγε συχνότερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους πατέρες. Ὅταν πεινοῦσε, ἔτρεχε στὸν τραπεζάρη καὶ τοῦ ζητοῦσε ψωμί, ἐλιές, φροῦτα… Κάποτε ὅμως ὁ τραπεζάρης πρόσεξε ὅτι ἔπαιρνε συχνότερα ψωμὶ καὶ ἐξαφανιζόταν.
-Κάποιο ζωάκι θὰ ταΐζη, σκέφθηκε.
Αὐτὸ συνεχίσθηκε γιὰ καμμιὰ ἑβδομάδα.
-Ἂς πάω νὰ δῶ, εἶπε μέσα του ὀ τραπεζάρης, ποῦ τὰ πηγαίνει αὐτά, ποὺ τοῦ δίνω.
Πράγματι, τὸν παρακολούθησε καὶ τὸν εἶδε νὰ μπαίνη στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς καὶ νὰ κλείνη πίσω του τὴν πόρτα.
Ἔτρεξε γρήγορα στὸ παράθυρο καὶ μ’ αὐτά, ποὺ εἶδε, γούρλωσαν τὰ μάτια του… Ὁ μικρὸς κουβέντιαζε μὲ τὸ Βρέφος Ἰησοῦς, ποὺ εὑρίσκετο στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Θεοτόκου, στὴν εἰκόνα τοῦ Τέμπλου!
-Σοῦ ἔφερα καὶ σήμερα ψωμάκι, ἔλεγε στὸν Χριστούλη, μιὰ καὶ δὲ Σὲ ταΐζει κανεὶς… οὕτε καὶ ἡ μαμά Σου…
Καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι καὶ Τοῦ ἔδωσε μιὰ φέτα ψωμί…
Καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, ποὺ ἦταν μικρὸ παιδάκι στὴν ἱερὴ εἰκόνα, ἅπλωσε τὸ χεράκι, πῆρε τὸ ψωμί… καί, ὅπως μάζεψε τὸ χεράκι Του μαζὶ μὲ τὸ ψωμάκι, ἐξαφανίσθηκε τὸ ψωμὶ μέσα στὴν εἰκόνα!...
Διαβάστε περισσότερα: «Ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανόμενος»
Τὰ πουλιὰ ἔχουν φτερὰ γιὰ νὰ ἀποφεύγουν τὶς παγίδες καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸ λογικὸ γιὰ νὰ ἀποφεύγουν τὰ ἁμαρτήματα.
Δὲν θὰ χρειαζότανε λόγια, ἄν ἔλαμπε ἡ ζωή μας. Δὲν θὰ χρειαζότανε δάσκαλοι, ἄν ἐπιδεικνύαμε ἔργα. Κανεὶς δὲν θὰ παρέμενε ἄπιστος, ἄν ἐμεῖς εἴμασταν πραγματικοὶ Χριστιανοί.
![]()
Νὰ σεβόμαστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, γιὰ νὰ μάθουμε νὰ σεβόμαστε καὶ τὸν Θεό. Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι θρασὺς στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι θρασὺς καὶ στὸν Θεό.
Πραγματικὰ πλούσιος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε. Δηλαδὴ, ὁ ὀλιγαρκής.
Ἄχρηστοι εἶναι οἱ πλούσιοι, ναί, ἄχρηστοι, ἐκτὸς κι ἄν εἶναι ἐλεήμονες καὶ φιλάνθρωποι.
Ἡ Ἐκκλησία ὅταν πολεμιέται, νικᾶ· ὅταν σκέφτονται ἐναντίον της κακά, αὐτὴ ἐξαγνίζεται, ὅταν ὑβρίζεται, γίνεται πλέον λαμπρά. Δέχεται ἐπιθέσεις, ὅμως δὲν νικιέται ποτέ, κλυδωνίζεται μέν, χωρὶς ὅμως νὰ καταποντίζεται, ὑφίσταται διάφορα κακά, δὲν ναυαγεῖ ὅμως οὐδέποτε. Παλεύει, χωρὶς ποτὲ νὰ ἡττᾶται.
Οἱ ἰσχυροὶ θεωροῦν αὐτονόητο νὰ ἀδικοῦν τοὺς πιὸ ἀδύνατους, ὅπως τὰ ψάρια στὴ θάλασσα ὅπου τὸ μεγάλο τρώει τὸ μικρό.
Διαβάστε περισσότερα: Σοφὰ λόγια κι ἀποφθέγματα Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Μάρτιος 2024
Τὰ γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, λέγονται ἐσχατολογικά. Ὅταν, λοιπόν,κάνουμε λόγο γιὰ ἐσχατολογικὰ γεγονότα, ἐννοοῦμε κυρίως ὅλα ἐκεῖνα ποὺ θὰ συμβοῦν μὲ τὴν Δευτέρα ἔλευση τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ κρίνει τοὺς ἀνθρώπους. Τὰ ἔσχατα ἤδη εἶναι παρόντα, ἀφοῦ οἱ Ἅγιοι ἀπολαμβάνουν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή.
Ὁ ἀπόστολος Παύλος διδάσκει ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οἱ δίκαιοι θὰ ἀρπαγοῦν «ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα» (Α΄Θεσ. δ΄ 17). Καὶ στὴν Ἀποκάλυψη εἶναι γραμμένο: «Ἰδοῦ ἔρχεται μετὰ τῶν νεφελῶν καὶ ὄψεται Αὐτὸν πᾶς ὀφθαλμός» (Ἀποκ. α΄ 7).
Σὲ ὅλη τὴ βιβλικοπατερικὴ παράδοση ἀναφέρεται ὅτι ὁ Χριστὸς πρόκειται νὰ ἔλθει ἐκ νέου στὸν κόσμο γιὰ νὰ κρίνει τοὺς ἀνθρώπους: «Ὅταν ἔλθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» (Ματθ. κε΄ 31), «τότε ὄψονται τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις» (Μάρκ. ιγ΄ 26).
![]()
Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπου περιγράφεται ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἄγγελοι εἶπαν στοὺς ἔκπληκτους μαθητές: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι τί ἐστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; Οὖτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ’ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὖτως ἐλεύσεται, ὄν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πραξ. α΄ 11).
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης συνδέει τὴν ἡμέρα αὐτὴ μὲ τὰ ἔσχατα καὶ τὴν χαρακτηρίζει ἐσχάτη ἡμέρα, λέγοντας ὅτι θὰ ἀναστήσει τὸν ἄνθρωπο «ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα» (Ἰωάν. στ΄ 39) καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἡμέρα τῆς ἐπιφανείας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ (Τίτ. στ΄ 13).
Τὰ χωρία αὐτὰ δείχνουν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία στηρίζεται τόσο στοὺς ἀποκαλυπτικοὺς λόγους τοῦ Ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καὶ στὴν βεβαιότητα τῶν Ἀποστόλων ὅτι θὰ ἔλθει, ὁπωσδήποτε, ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία θὰ γίνει ἡ συντέλεια αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ θὰ ἔλθει ὁ Χριστὸς νὰ κρίνει τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἀναστηθεῖ.

Ἀπολυτίκιον
Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.
Ο Ναός μας πανηγυρίζει στις 20 Ὀκτωβρίου