Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731-1805), ἀναδείχθηκε ταπεινὸς καὶ εὐκλεὴς ἱεράρχης, φωτεινὸς ἀσκητής, οὐρανόσταλτος ὁδηγὸς ψυχῶν, πολύτιμος συγγραφέας, Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ καὶ ἀκλινὴς καὶ ἀμετακίνητος ὑπέρμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
Πολύτιμη ὑπῆρξε ἡ παρουσία του καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809) καὶ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὀν Πάριο (1721 -1813), κατέστη ὁ σταυροφόρος καὶ πρωτεργάτης τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων, τῆς περίφημης φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης.
Ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ὁ σεπτὸς αὐτὸς ἀσκητὴς ἐπίσκοπος στὶς 17 Ἀπριλίου 1805. Τὸν ἔνθεο βίο του ἔγραψε ὁ πνευματικός του υἱὸς Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 17 Ἀπριλίου.
![]()
Ἀπολυτίκιον.Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης .
Τὸν Κορίνθου ποιμένα τὸν τῷ ὄντι Μακάριον, τὸν Θεοῦ πρόνοια τῆς Χίου,
ἀναφανέντα κοσμήτορα, ἐν πράξεσιν ὁμοὺ καὶ διδαχαίς, τιμῶμεν σὲ ἐν ὕμνοις καὶ ὠδαίς, - θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ ἀπελαύνεις ἀκάθαρτα πνεύματα.
Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ τὰ ὀστά σου πηγὴν θαυμάτων ἀναδείξαντι.
Τὸ πνευματικὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων ἐνσάρκωσε τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἀνασύνταξη καὶ ἀνακαίνιση τῆς ὅλης ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ συνέβαλε στὸ νὰ ἀνεύρῃ τὸ ὑπόδουλο γένος τὴν αὐτοσυνειδησία του καὶ τὸ φρόνημά του.
Τοὺς ἀγλαοὺς καὶ εὔχυμους καρποὺς τοῦ δύσκολου καὶ μαρτυρικοῦ ἀγῶνα τῶν Κολλυβάδων, τοὺς γευόμαστε ἀκόμα καὶ σήμερα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ πολλοὺς τομεῖς τοῦ νεοελληνικοῦ βίου.
Ἀπὸ ποιές ἀφορμὲς ξεκίνησε, ποιό χαρακτῆρα εἶχε, τί ἐπιδίωξε καὶ τί πέτυχε, ποιές εἶναι οἱ ἐπεκτάσεις του καὶ ποῦ διασῴζονται στὴ σύγχρονη πνευματικότητα καὶ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ γένους θὰ εἶναι τὸ ζητούμενο τῆς ἐν συνεχείᾳ ἀναφορᾶς.
Ἡ ἀπουσία τοῦ ὀξυγόνου τῆς Ἐλευθερίας, ἡ ἀναπόφευκτη φθορὰ καὶ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες τῆς ζωῆς καὶ τὶς ποικίλες ἐπιρροές, σήμαναν πολλὰ καὶ τραγικά κακά, μὲ πρῶτο τὴ φθορὰ συνειδήσεως γιὰ πρόσωπα καὶ θεσμούς.
Αὐτὸ το αἴτημα τῶν καιρῶν γιὰ συναίσθηση, καὶ μιὰ αἴσθηση ἀνάγκης γιὰ ἐπέμβαση στὰ πράγματα, στάθηκε ἡ αἰτία τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ κινήματος. Τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὸ κίνημα ἔδωσε μία ἀπόφαση τῶν μοναχῶν τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης νὰ τελοῦν τὰ μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων τὴν Κυριακὴ ἡμέρα κατ’ ἐξοχὴν ἀναστάσιμη ἀντὶ τοῦ Σαββάτου.
Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ, ἀλλὰ καὶ ἄλλες καινοτομίες καὶ θέματα, προκάλεσαν τὴν ἀντίδραση ἁγιορειτῶν πατέρων καὶ συμπαρατάχθηκαν μαζί τους οἱ Ἅγιοι Μακάριος Νοταρᾶς, Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἀθανάσιος Πάριος καὶ πλῆθος ἄλλων, ὄχι πρὸς ἱκανοποίηση προσωπικῶν τους ἀπόψεων, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν παράδοσή της, ποὺ είναι προϋπόθεση καὶ γιὰ τὴν ὑγιὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὴν συντήρηση τοῦ Γένους.
Ἡ Παράδοσις -χωρὶς νὰ ἀπεμποληθεῖ ἐντελῶς- ἀσυναίσθητα νοθεύεται, τότε μὲν ἀπὸ τὴν ἀγραμματοσύνη, τὴν ἡμιμάθεια καὶ τὶς παρεμβάσεις, τώρα δὲ ἀπὸ τὴν ἄνεση, τὸ βόλεμα, τὴν εὐκολία, τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν πραγματικὴ ἐπίδραση τῆς Δυτικῆς ἐπιρροῆς ποὺ διαβρώνουν τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ γένους. Ἑπομένως, εἶναι ἀνάγκη γιὰ εὐαισθητοποίηση καὶ ὑπεράσπιση τῆς αὐθεντικῆς παραδόσεως.
Αὐτὸ ποὺ ἐπιδίωξαν οἱ Κολλυβάδες δὲν ἦτο ἡ ἀντίδρασίς των γιὰ τὰ κόλλυβα -ἐξ οὗ καὶ τὸ σκωπτικὸ ὄνομα ‘κολλυβάδες’- ἀλλὰ ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἀνάγκη ἐπανασύνδεσης μὲ τὴν αὐθεντικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀντιμετώπισαν ὅμως ἀντιπάλους ἐμπαθεῖς, πείσμονες καὶ ἀδίστακτους, ἐνῶ οἱ Κολλυβάδες δὲν ἔβαλαν ἐναντίον κανενὸς προσώπου (ἤρεμη δύναμη), ἀμύνονταν καὶ ἐνεργοῦσαν μὲ τὸ λόγο καὶ τὰ βιβλία τους, κατὰ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπιπόλαιου ἐκσυγχρονισμοῦ καὶ ἄλλων ἀποκλίσεων ἀπὸ τὴν ἀρχαία αὐθεντικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου.
Στοὺς Κολλυβάδες καὶ στοὺς συνεχιστὲς τους νεωτέρους Ἁγίους (Ἅγιο Νεκτάριο,, Ἅγιο Ἰωσὴφ νεοσκητιώτη, Ἅγιο Ἀμφιλόχιο Πάτμου, Ἅγιο Ἰάκωβο Εὐβοίας καὶ στοὺς ἀκόμα νεωτέρους Γέροντα Γρηγόριο Δοχειαρίτη καὶ γέροντα Ἐφραίμ Ἀριζόνας, χρωστᾶμε τὴν ἀναθέρμανση τῆς παραδοσιακῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς, λειτουργικῆς καὶ μυστηριακῆς ζωῆς, μέχρι καὶ τῆς σύγχρονης θρησκευτικῆς λογοτεχνίας, δεδομένου ὅτι Κολλυβάδες ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Κόντογλου καὶ πλεῖστοι ἄλλοι.
Ἀκόμα καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ρωσική, Ρουμανικὴ καὶ Σερβικὴ Ἐκκλησία ὀφείλουν πολλὰ στὴν ἐπήρεια ποὺ ἄσκησε τὸ κίνημα στὸν ὅσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ καὶ σ᾿ ἄλλους, ποὺ μετέφεραν τὸ πνεῦμα τοῦ ἁγιορείτικου Ἡσυχασμοῦ σὲ αὐτὲς τὶς Ἐκκλησίες καὶ ἀνακαίνισαν τὸν μοναχικὸ καὶ ἡσυχαστικὸ βίο καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ στὸ χῶρο τους.
Ἂς προσπαθήσουμε νὰ διαπιστώσουμε πόσα ὀφείλει ἡ σύγχρονη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἔθνος στὸ κίνημα, ποὺ σήκωσε τὸ τεράστιο βάρος τῆς ἀνακαινίσεως τῆς λατρευτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς.
Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς
Ἀπρίλιος 2022