Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνη τόν ἄνθρωπο Θεόν κατά χάριν, ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς, πού ἔλυσε τά δεσμά τοῦ θανάτου μέ τήν Ἀνάστασή Του, πού ἐμφανίστηκε ἐπανειλημμένα στούς μαθητές Του, συναναστράφηκε ἐπί σαράντα ἡμέρες καί ἐπιβεβαίωσε σ’ αὐτούς τήν Ἀνάστασή Του μέ πολλές ἀποδείξεις, πού τούς ἔδειξε τίς πληγές Του, πού συνέφαγε μαζί τους καί πού τούς μίλησε γιά τίς προφητεῖες πού ἐκπληρώθηκαν μέ τήν ζωή καί τά πάθη Του, Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ καί ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετά τό Πάσχα, τήν Πέμπτη τῆς ἕκτης ἑβδομάδας.
Τήν Τετάρτη, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τήν ἀποκαλουμένη «Ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα». Ἡ ἀκολουθία αὐτή εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως αὐτή τῆς νύχτας τοῦ Πάσχα, μέ τήν ἀπαγγελία ἀκριβῶς τῶν ἴδιων στίχων: «Ἀναστήτω ὁ Θεός καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ …» καί «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ». «Ἀποδίδουμε» τό Πάσχα, ἀποχωριζόμεθα τρόπον τινά τό Πάσχα καί ἴσως νά ἔπρεπε νά αἰσθανόμαστε λυπημένοι.
Ἀντί ὅμως γιά λύπη, μᾶς δίνεται νέα χαρά: ἡ χαρά τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως. Σύμφωνα μέ τήν εὐαγγελική διήγηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἔδωσε τίς τελευταῖες ὁδηγίες στούς μαθητές, «ἐξήγαγε … αὐτούς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καί ἐπάρας τάς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς, καί διέστη ἀπ’ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν, καί αὐτοί προσκυνήσαντες αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ μετά χαρᾶς μεγάλης».
Ἡ πηγή αὐτῆς τῆς “μεγάλης χαρᾶς” πού ἐκρήγνυται μέ τέτοια ἐκπληκτική λαμπρότητα τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως, εἶναι ἡ χαρά τοῦ «χωρισμοῦ»! Πού ὅμως συνέχειά του εἶναι ἡ διαβεβαίωσις «μεθ’ ἡμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος».
Δέν γιορτάζουμε τήν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τήν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς. Εἶναι ὁλόκληρη ἡ χαρά τῆς Χριστιανικῆς πίστεως πού βρίσκεται στήν συνειδητοποίηση τῆς παρουσίας Του, ὅπως ἀκριβῶς τήν ὑποσχέθηκε: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18,20).


Ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως φανερώνει τό ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ στούς ἀνθρώπους, ὡς τοῦ νέου καί αἰωνίου οἴκου τους, ὡς τῆς ἀληθινῆς πατρίδας των.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί πού χώρισε βίαια τή γῆ ἀπό τόν οὐρανό καί μᾶς ἔκανε γήινους καί χοντροκομμένους.
Ὁ ἄνθρωπος μέ ὑπεροψία καί ὑπερηφάνεια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός καί πώς τίποτε δέν ὑπάρχει δέν ὑπῆρξε οὔτε καί θά ὑπάρξει πέρα ἀπό τό ὑλικό.
Ἐάν δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δηλαδή πεθαίνουμε καί ἐξαφανιζόμαστε; Τότε ἄς διερωτηθοῦμε: Αὐτό εἶναι τό τελικό ἀποτέλεσμα καί ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας καί ὅτι ὅλη ἡ πρόοδος καταλήγει στό νεκροταφεῖο;
Ἂς ἀφήσουμε νά ἀπαντήσει σ’ αὐτό τό ἐρώτημα ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος μιλῶντας γιά τόν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: Ὁ οὐρανός δέν βρίσκεται κάπου στό ἀπώτερο διάστημα πέρα ἀπό τούς πλανῆτες ἤ σέ κάποιον ἄγνωστο γαλαξία.
Ὁ οὐρανός εἶναι αὐτό πού μᾶς γνωρίζει ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάληψή Του καί πού ἡ ἁμαρτία καί ἡ ὑπερηφάνειά μας, μέ τίς ἐπίγειες καὶ ἀποκλειστικά γήινες, ἐπιστῆμες καί ἰδεολογίες μᾶς τόν ἀπέκλεισαν. Τώρα ὁ οὐρανός εἶναι πλέον προσιτός, μᾶς τόν φανερώνει καί μᾶς τόν προσφέρει ὁ Χριστός μὲ τὸ νὰ μᾶς καθιστᾶ συγκατοίκους του.
Οὐρανός εἶναι ὁ παράδεισος, τό βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τό βασίλειο τῆς ἀλήθειας, τῆς καλοσύνης καί τῆς ὀμορφιᾶς πού θά σώσει τόν κόσμο.
Οὐρανός εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματική μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ νίκη πάνω στόν θάνατο, ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης, ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπιθυμίας γιά τήν ὁποία εἰπώθηκε: «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἠτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν».
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος λέει πὼς «ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός». Ὁ Θεός κατέβηκε στή γῆ γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς νά ἀνέβουμε στόν οὐρανό! Αὐτό ἀκριβῶς γιορτάζουμε τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτή εἶναι ἡ πηγή τῆς λαμπρότητας καί τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη προσκαλεῖται ν’ ἀναληφθεῖ μαζί Του, γιὰ μιὰ ζωὴ καὶ «ἐπὶ γῆς εἰρήνη καὶ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
Μέ τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ σκοπός, τό νόημα καί ἡ ἔσχατη χαρά τῆς ζωῆς μας. “Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσιν σε, ἐγώ εἰμί μεθ’ ἡμῶν καί οὐδείς καθ’ ἡμῶν.”

Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς
Μάϊος 2017

Ἀπόστολοι ὀνομάζονται κατ’ ἀρχὴν οἱ Δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου, «καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε» (Λουκ.6,12-13). Ἀργότερα χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη μὲ εὐρύτερη ἔννοια καὶ ὀνομάζονται "Ἀπόστολοι" καὶ οἱ ἄλλοι, πλὴν τῶν Δώδεκα, "οἱ ἑβδομήκοντα" ἢ καὶ οἱ "συνεργάτες" αὐτῶν.
Ὁ Κύριος ἐξέλεξε κατ’ ἀρχὴν δώδεκα, γιατί ὅπως οἱ δώδεκα υἱοὶ τοῦ Ἰακώβ καὶ οἱ δώδεκα Πατριάρχες, θεωροῦνται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, ἔτσι καὶ οἱ Δώδεκα αὐτοὶ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἔγιναν οἱ πνευματικοὶ ἀρχηγοὶ τοῦ νέου Ἰσραήλ, δηλαδὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ Ὠσηὲ προφήτευσε ὅτι δώδεκα δρῦες θὰ ἀκολουθήσουν τὸν Θεὸ ποὺ θὰ φανεῖ στὴ γῆ.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Δώδεκα, ὁ Κύριος ἐξέλεξε καὶ ἄλλους Ἑβδομήντα, οἱ ὁποῖοι κατὰ διαστήματα Τὸν ἀκολουθοῦσαν. Καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς ἑβδομήκοντα ἐκείνους Πρεσβυτέρους τοὺς ὁποίους ὁ Μωϋσῆς, κατ' ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐξέλεξε ὡς βοηθούς του, καὶ τοὺς ἑβδομήκοντα μεταφραστὲς τῆς Π.Διαθήκης.
Μεταξὺ τῶν Δώδεκα εἶχε τρεῖς, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσαν τὸ στενότερο κύκλο Του, ποὺ παρευρίσκονταν συνήθως μόνο αὐτοί σε ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ὅπως στὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, στὴ Μεταμόρφωσητοῦ Κυρίου εἰς τό Θαβώρ, στὴν προσευχὴ τῆς Γεσθημανῆς.
Οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι ποὺ ἐξέλεξε ὁ Κύριος γιὰ νὰ μυήσει στὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἦσαν ἄνθρωποι "ἀγράμματοι καὶ ἰδιῶτες" (Πράξ. 4,13), ἀλλὰ ὅμως ἦταν αὐτόπτες καὶ ἀκόλουθοι Του Κυρίου, καὶ εἶχαν τὴν ἄνωθεν κλήση καὶ ἀποστολή, γεγονὸς ποὺ συνιστᾷ τὴν μαρτυρία τους ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀσφαλῆ.
Δὲν εἶχαν κατὰ κόσµον προσόντα, στὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ βασισθοῦν καὶ νὰ προχωρήσουν στὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου, οὔτε μόρφωση εἶχαν οὔτε ἀπὸ ἀνώτερη κοινωνικὴ τάξη προέρχονταν. Ἄνθρωποι ἁπλοί, ἀλλὰ μὲ ἁγνὰ θρησκευτικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ στὶς Μεσσιανικὲς παραδόσεις.

Ἡ Μ. Ἑβδομάδα ἀλλά καί ὁλόκληρος ἡ Σαρακοστὴ δὲν εἶναι ἡ περίοδος πού ἔχει μόνον πρόσθετες καί ἐμπλουτισμένες ἀκολουθίες καὶ τυπικές διατάξεις, ἀλλὰ καί «κάτι τί ἄλλο», χωρὶς τὸ ὁποῖο ὅλος αὐτὸς ὁ Λειτουργικὸς πλοῦτος τῆς Ἐκκλησίας χάνει πολὺ ἀπὸ τὸ νόημά του. Αὐτὸ τὸ «κάτι ἄλλο» εἶναι σὰν μιὰ «ἀτμόσφαιρα», σὰν ἕνα «κλίμα», μιὰ κατάσταση τοῦ νοῦ, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία μὲ τὴ λατρεία, μὲ τὴ νηστεία, μὲ τὶς μετάνοιες, τὶς ἰδιαίτερες προσωπικὲς προσευχὲς, δημιουργοῦν αὐτήν τήν ἰδιαίτερη «ἀτμόσφαιρα» πού διαπερνᾶ ὄχι στιγμιαία, ἀλλὰ διαχρονικὰ ὁλόκληρη τὴ ζωή μας.

Αἰσθανόμεθα κάτι ἄλλο ποὺ μοιάζει μὲ μιὰ περίεργη χαρά, ποὺ ἔχει ὅμως μιὰ σοβαρότητα, ποὺ μοιάζει καὶ μὲ λύπη καὶ ποὺ οἱ Πατέρες ἔτσι τὴν ὀνομάζουν «χαρμολύπη». Καὶ ὅταν κάποιος, ἔστω καὶ ἂν ἔχει περιορισμένες γνώσεις γιὰ τὴ λατρεία, μπεῖ στὴν Ἐκκλησία ὅσο διαρκοῦν οἱ ἀκολουθίες, ἰδιαίτερα τῆς Μ. Ἑβδομάδος, σχεδὸν ἀμέσως θὰ αἰσθανθεῖ αὐτὴ τὴν κάπως ἀντιφατικὴ ἔκφραση.
Σιγὰ-σιγὰ ἀρχίζουμε νὰ καταλαβαίνουμε, ἢ μᾶλλον νὰ αἰσθανόμαστε, ὅτι αὐτὴ ἡ θλίψη στὴν πραγματικότητα εἶναι «εὐθυμία» καὶ ὅτι μιὰ μυστηριώδης μεταμόρφωση συμβαίνει μέσα μας.
Οἱ θόρυβοι καὶ οἱ ἀναστατώσεις τῆς ζωῆς, ποὺ συνήθως γεμίζουν τὶς μέρες, ἐάν δέν ἀλλάζουν καὶ τὶς νύχτες μας, δὲν ἔχουν δικαίωμα εἰσόδου σ’ αυτό τό «κλίμα», σ’ αὐτή τήν «ἀτμόσφαιρα», δὲν ἔχουν καμία ὑπερδύναμη, δὲν εἶναι ἀξεπέραστες. Ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση ἀγωνίας, ποὺ μᾶς ἔγινε οὐσιαστικὰ δεύτερη φύση, ἐξασθενεῖ καὶ ἀρχίζουμε νὰ νιώθουμε ἐλεύθεροι, ἀνάλαφροι καὶ εὐτυχισμένοι. Αὐτό τό ἀνάλαφρο, αὐτή ἡ εὐτυχία ἔρχεται ἀπὸ τὴν ψυχή μας, ποὺ ἔχει, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ντοστογιέφσκυ, «ἀγγίξει ἕναν ἄλλο κόσμο».

Ὅσο βιώνουμε αὐτὴ τὴ μυστηριώδη ἐλευθερία, ὅσο γινόμαστε «ἀνάλαφροι καὶ εἰρηνικοί», μιὰ ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ ἀγγίζει τήν ψυχή μας σὰν τὴν πρωινὴ ἡλιαχτίδα, πού φωτίζει στὶς βουνοκορφὲς, ἐνῷ ἀκόμα στὴν κοιλάδα εἶναι σκοτάδι. Ζοῦμε μία ἄλλη κατάσταση, μία κατάσταση «χαρᾶς καὶ λύπης» ἀνάμεικτα.
«Χαρμολύπη» λοιπὸν εἶναι: ἡ θλίψη ἀπό τήν συναίσθηση γιὰ τὴν ἐξορία μας, γιὰ τό χάσιμο τοῦ Θεοῦ ἀπό τὴ ζωή μας· εἶναι ὅμως καί χαρὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ συγκατάβαση Του, πού φανερώνεται ἀπό τὴν ξαναγεννημένη ἐπιθυμία μας καί γιὰ τὸ Θεό καί γιά τὴν ἐπιστροφή μας στὸ «πατρικό σπίτι».