Ομιλία: 11-6-2025
Μέ τον ερχομό Του στήν γή ο Κύριος άνοιξε για τον άνθρωπο τον δρόμο που οδηγεί στον ουρανό. Και αφού επανήλθε στον ουρανό, άφησε τον δρόμο ανοικτό. Ο δρόμος αυτός είναι τά ιερά Μυστήρια. Γράφει ο όσιος Νικόλαος ο Καβάσιλας: «Όταν ο Κύριος ήλθε σ’ εμάς, αυτόν τον δρόμο τών ιερών Μυστηρίων χάραξε, καί αυτήν τήν πύλη άνοιξε μέ τήν είσοδό Του στον κόσμο. Καί όταν ανέβηκε στον Πατέρα, δέν θέλησε νά τήν κλείση, αλλά διά μέσου τής πύλης αυτής έρχεται καί πάλι από τον Πατέρα Του στους ανθρώπους».
Μυστήρια είναι οι θεοσύστατες τελετές τής Εκκλησίας που μεταδίδουν στούς πιστούς μέ αισθητά σημεία τήν αόρατη θεία Χάρι. Ονομάσθηκαν μυστήρια (από τό μύω, πού σημαίνει κλείνω τα μάτια ή τό στόμα), διότι αφ’ ενός είναι ακατάληπτα γιά τήν ανθρώπινη λογική, αφ’ ετέρου δέν επιτρέπεται νά τά παρακολουθούν οι άπιστοι. Από τον 13ο αιώνα καί εξής επεκράτησε η αρίθμηση τών Μυστηρίων σέ επτά, προφανώς κατά μίμηση τών επτά χαρισμάτων τού Αγίου Πνεύματος. Είναι δέ τά εξής: Άγιο Βάπτισμα, Χρίσμα, θεία Ευχαριστία, Εξομολόγηση, Ιερωσύνη, Γάμος καί Ευχέλαιο.
Τα Ιερά Μυστήρια έχουν διπλό χαρακτήρα. Είναι αόρατα καί ορατά, νοητά καί αισθητά, διότι καί ο άνθρωπος πού μετέχει σ’ αυτά αποτελείται από νού καί αίσθηση. Τό αόρατο στοιχείο είναι η χάρις τού Αγίου Πνεύματος, η οποία με διάφορους τρόπους αγιάζει τις ψυχές καί τα σώματα των πιστών. Τό αισθητό στοιχείο ποικίλει σε κάθε Μυστήριο: οίνος, νερό, έλαιον κλπ.
Στην ιερουργία των αγίων Μυστηρίων, ενώ τα πάντα εργάζεται η αγιάζουσα χάρις τού Αγίου Πνεύματος καί τα πάντα αποτελούν δωρεά τού Παρακλήτου προς τούς χριστιανούς, χρειάζεται καί η πνευματική συνέργεια τών πιστών πού συμμετέχουν, ώστε νά δεχθούν τον αγιασμό καί την χάρι τού Θεού. Θά πρέπει επίσης, για νά είναι έγκυρα τα Μυστήρια, νά τελούνται από Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο που έχει κανονική χειροτονία. Τότε ο Λειτουργός γίνεται όργανο τού Θεού για τήν τέλεση τών Μυστηρίων.
[Εν συνεχεία θά εξετάσουμε χωριστά τό κάθε Μυστήριο, εκτός από τό μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, δηλαδή τήν θεία Λειτουργία, για τήν οποία έγινε ήδη λόγος.]
α. Τό άγιον Βάπτισμα
Η συστατική πράξη τού αγίου Βαπτίσματος είναι η βάπτιση τού Κυρίου στον Ιορδάνη. [Συνέβη δηλαδή ό,τι στο Μυστικό Δείπνο, όπου ο Χριστός αφού τέλεσε και τα δύο Πάσχα, έπαυσε τό Ιουδαϊκό καί εγκαινίασε τό δικό μας: «Όπως τότε σε μία Τράπεζα, έτσι τώρα σε ένα ποταμό, εκπλήρωσε τον τύπο (τό ιουδαϊκό βάπτισμα), και προσέθεσε τήν αλήθεια (τό χριστιανικό Βάπτισμα)»]
Μετά τήν Ανάστασή Του, ο Κύριος είπε στους άγιους Αποστόλους: Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τονίζοντας δε τήν αναγκαιότητα τού Μυστηρίου, είπε: Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.
Δύο είναι τά ορατά στοιχεία τού Μυστηρίου: Η επίκληση τής Αγίας Τριάδος (Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), καί η τριπλή κατάδυση καί ανάδυση από τά ύδατα τής κολυμβήθρας. Τό άγιο Βάπτισμα τελείται στο όνομα τού Τριαδικού Θεού, διότι η αναδημιουργία τού ανθρώπου, που συντελείται με τό Μυστήριο, είναι έργο τής Παναγίας Τριάδος. Αυτό συμβολίζει η τριπλή κατάδυση στο ύδωρ.
Όταν ο βαπτιζόμενος καταδύεται στο ύδωρ, συνθάπτεται με τον Χριστό, καί όταν αναδύεται, συνανασταίνεται με Αυτόν. Σε κάθε βαπτιζόμενο λέγει ο Κύριος: «Με τό άγιο Βάπτισμα συνετάφης μαζί μου, συμμετέχοντας στον θάνατό μου... Συναναστήθηκες μαζί μου καί υψώθηκες στήν κοινωνία τής Θεότητος». Μέ τό άγιο Βάπτισμα πεθαίνει ο παλαιός άνθρωπος καί ανασταίνεται ο καινούργιος.
[Τό άγιο Βάπτισμα χορηγεί στον άνθρωπο τήν εν Χριστώ ύπαρξη.] Τόν παίρνει νεκρό από τήν αμαρτία καί τον εισάγει στήν αληθινή ζωή. Ο Χριστός ωνόμασε τό Βάπτισμα γέννηση: Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ειπε. Τό άγιο Βάπτισμα είναι η αρχή τής εν Χριστώ ζωής, καί η ημέρα τής βαπτίσεως είναι η γενέθλιος ημέρα τού πιστού: «Αρχή ζωής τό Βάπτισμα καί πρώτη ημερών εκείνη η τής παλιγγενεσίας ημερα».
Πριν από τό άγιο Βάπτισμα διαβάζονται ωρισμένες Ευχές, που προετοιμάζουν τον άνθρωπο να δεχθή τήν χάρι τού Μυστηρίου. Είναι η Εὐχή τῆς ὀνοματοδοσίας, αἱ Εὐχαί εἰς τό ἐκκλησιᾶσαι τό παιδίον (ο σαραντισμός) καί ἡ Εὐχή εἰς τό ποιῆσαι κατηχούμενον. Η τελευταία διαβαζόταν κατά τήν εγγραφή τού υποψηφίου στις τάξεις τών κατηχουμένων, μετά από εξέτασή του από τον Επίσκοπο γιά τον βίο καί τήν ειλικρινή πρόθεσή του, καί μετά τήν μαρτυρία τού αναδόχου. Σήμερα διαβάζεται πριν τήν ακολουθία τού Βαπτίσματος. Αμέσως μετά διαβάζονται οι Εξορκισμοί.
Ακολουθεί η Απόταξις τού Διαβόλου καί η Σύνταξις με τον Χριστό. Ο προσερχόμενος αρνείται τήν κυριαρχία τού Διαβόλου καί κάθε συμμετοχή στά εργα του. Κατόπιν στρέφεται ανατολικά, εκεί όπου βρίσκεται ο Παράδεισος. Συντάσσεται με τον Χριστό (δηλαδή πηγαίνει με τό μέρος τού Χριστού), καί ομολογεί τήν πίστη του στον Τριαδικό Θεό, απαγγέλλοντας τρείς φορές τό Σύμβολον τῆς πίστεως. Εάν ο προσερχόμενος είναι νήπιο, οι υποσχέσεις καί η απαγγελία τού Συμβόλου γίνονται από τον ανάδοχό του.
Ο νηπιοβαπτισμός ήταν γνωστός ήδη από τήν αποστολική εποχή. Ήταν συχνό τό φαινόμενο ολόκληρες οικογένειες να πιστεύουν στον Χριστό καί να βαπτίζωνται. Ο άγιος Ιππόλυτος (3ος αιών) αναφέρεται στη συνήθεια τής εποχής του στήν Ρώμη να βαπτίζωνται καί τα νήπια. Ο ιερός Χρυσόστομος επιβεβαιώνει τήν παράδοση τού νηπιοβαπτισμού καί στήν Αντιόχεια: «Βαπτίζουμε καί τα παιδιά, αν καί δεν έχουν αμαρτίες, για νά προστεθή σ’ αυτά αγιασμός,... νά γίνουν μέλη Χριστού καί κατοικητήρια τού Αγίου Πνεύματος».
Στήν επικράτηση τού νηπιοβαπτισμού συνετέλεσε τότε καί η αυξημένη θνησιμότητα τών νηπίων. Διότι «είναι προτιμώτερο νά αγιασθούν τά νήπια χωρίς νά έχουν επίγνωση, παρά νά φύγουν από τήν ζωή αβάπτιστα». Άλλωστε ο λόγος τού Κυρίου Ἄφετε τά παιδία ἐλθεῖν πρός με είναι σαφής, καί δεν επιτρέπει καμμία αναβολή στήν βάπτιση τών νηπίων.
β. Τό άγιον Χρίσμα
Αμέσως μετά τό άγιο Βάπτισμα ιερουργείται τό μυστήριο τού Χρίσματος, με τό οποίο ο νεοφώτιστος αποκτά τις δωρεές τού Αγίου Πνεύματος.
Στους αποστολικούς χρόνους τό μυστήριο τού Χρίσματος ετελείτο μέ τήν ἐπίθεση (τοποθέτηση) τών χειρών τών Αποστόλων στήν κεφαλή τού νεοφώτιστου. Αργότερα θεσπίσθηκε η χρίση τού αγίου Μύρου. Ο Ιερεύς χρίει τά κυριώτερα μέλη τού σώματος τού βαπτισθέντος (τό μέτωπο, τά μάτια, τήν μύτη, τό στόμα, τά αυτιά, τό στήθος, τά χέρια καί τά πόδια), σημειώνοντάς τα μέ τό σημείο τού Σταυρού, και λέγοντας: Σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν. Ο λόγος αυτός, τό άγιο Μύρο καί η χρίση αποτελούν τά αισθητά σημεία τού Μυστηρίου.
Η χάρις τού Αγίου Πνεύματος αγιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο: Οι αισθήσεις, η καρδιά, οι πράξεις τού ανθρώπου δέχονται τήν δωρεά τού Αγίου Πνεύματος. Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ερμηνεύει τήν σημασία τής χρίσεως: «Χρίεσθε στο μέτωπο, γιά νά ελευθερωθήτε από τήν ντροπή πού περιέφερε ο πρώτος άνθρωπος, μετά τήν παράβαση τής εντολής τού Θεού. Κατόπιν χρίεσθε στά αυτιά, γιά νά αποκτήσετε αυτιά... γιά τά οποία λέγει ο Κύριος: Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω... Χρίεσθε στο στήθος, γιά νά ενδυθήτε τον θώρακα τής δικαιοσύνης». Καί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μάς προτρέπει: «Άς καθαρίσουμε κάθε μέλος τού σώματος, ας αγνίσουμε κάθε αίσθηση... Άς φωτισθούμε στά μάτια... Άς φωτισθούμε στήν ακοή καί στήν γλώσσα... Πιστεύω ότι καί η καρδιά καί ο έσω άνθρωπος αξιούνται τής τιμής (τής καθάρσεως). [Με πείθει γι’ αυτό ο Δαυΐδ, ο οποίος ζητά νά κτισθή μέσα του καρδία καθαρά καί πνεῦμα εὐθές,... δηλώνοντας με αυτό τό διανοητικό τής ψυχής καί τά διανοήματα. Η ψυχή τού νεοφώτιστου ακούει τούς λόγους τού Χριστού: Θές με ὡς σφραγῖδα ἐπί τήν καρδίαν σου, ὡς σφραγῖδα ἐπί τόν βραχίονά σου.]
Τό μυστήριο τού Χρίσματος είναι γιά τον νεοφώτιστο η επέκταση τού γεγονότος τής Πεντηκοστής. Χρίεται με τό άγιο Μύρο καί έτσι καθίσταται χριστός, δηλαδή εικόνα έμψυχη τού Χριστού. Λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Ο Ιησούς Χριστός, αφού βαπτίσθηκε... ανέβηκε από τά ύδατα, ενώ γινόταν επ’ Αυτού η ουσιώδης επιφοίτηση τού Αγίου Πνεύματος... Τό ίδιο συνέβη καί σέ σάς, όταν βγήκατε από τήν κολυμβήθρα τών βαπτιστηρίων υδάτων. Σας δόθηκε τό Χρίσμα που είναι σύμβολο εκείνου μέ τό Οποίο χρίσθηκε ο Χριστός... Ενώ τό σώμα σας χρίεται μέ τό αισθητό άγιο Μύρο, η ψυχή αγιάζεται μέ τό άγιο καί ζωοποιό Πνεύμα».
Η υιοθεσία είναι η πρώτη δωρεά τού Αγίου Πνεύματος. Διά τού Αγίου Πνεύματος «αναγεννιόμαστε καί γινόμαστε υιοί Θεού, ουράνιοι αντί επιγείων καί αιώνιοι αντί πρόσκαιρων, αφού ο Θεός εμφυτεύει μυστικά στις καρδιές μας τήν ουράνια Χάρι». Η αγάπη τού Θεού αναδεικνύει τον άνθρωπο κατά χάριν υιό Του. [Ἴδετε ποταπήν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ Πατήρ ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν.]
Η δωρεά τού Αγίου Πνεύματος, πού δεχόμαστε μέ τό άγιο Χρίσμα, είναι πρόγευση τής θείας υιοθεσίας πού απολαμβάνουν οι Άγιοι στήν Βασιλεία τού Θεού.
* * *
Στούς αποστολικούς χρόνους, ανάμεσα στά χαρίσματα, πού χορηγούσε στούς πιστούς τό Άγιο Πνεύμα, ήταν τό χάρισμα τής θεραπείας ασθενειών, τής προφητείας, τής γλωσσολαλιάς. Ήταν απαραίτητο στήν εποχή αυτή τής θεμελιώσεως τού Χριστιανισμού, μέσα σέ ενα κόσμο ειδωλολατρίας, νά δίδωνται τά χαρίσματα αυτά γιά νά στερεώνωνται στήν πίστη οι προσερχόμενοι στήν Εκκλησία.
Σήμερα οι χριόμενοι μέ τό άγιο Μύρο λαμβάνουν μόνο τά μυστικά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, πού είναι καί τά σημαντικώτερα: τό χάρισμα τής προσευχής, τής αγάπης, τής σωφροσύνης, τής ταπεινοφροσύνης κλπ. «Κάθε πνευματικό χάρισμα πού βλέπουμε στούς ανθρώπους, καί πού ανήκει στά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, πρέπει να τό αποδίδουμε στις ευχές που διαβάζονται κατά τό Χρίσμα καί στην ιερή χρίση». Όταν επομένως βλέπουμε έναν πνευματικό αγωνιστή να υπερέχη σέ αρετές καί χαρίσματα, ή καί να ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα (π.χ. χάρισμα ιάσεων, προορατικό, διορατικό κλπ.), «να είμαστε σίγουροι ότι η δωρεά αυτή τού είχε δοθή όταν χρίσθηκε, αλλά τήν ενεργοποίησε αργότερα».
Η εργασία γιά τήν τήρηση των εντολών τού Χριστού είναι αυτή πού ενεργοποιεί τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, τά όποια δίδονται ως δωρεές κατά τήν τέλεση τού μυστηρίου τού Χρίσματος.
γ. Η Ιερωσύνη
Τό μυστήριο τής Ιερωσύνης είναι η θεοσύστατη πράξη, κατά τήν οποία, με τήν επίκληση τού Αγίου Πνεύματος καί τήν επίθεση των χειρών τού Επισκόπου, ο προσερχόμενος καθίσταται Διάκονος ή Πρεσβύτερος ή Επίσκοπος. Τό Μυστήριο αυτό ονομάζεται επίσης χειροτονία, διότι τελείται με τήν επίθεση των χειρών τού Επισκόπου στήν κεφαλή τού χειροτονουμένου.
Τό μυστήριο τής Ιερωσύνης είναι θεοσύστατο, διότι συστήθηκε από τον Χριστό, όταν κάλεσε κοντά Του τούς δώδεκα Μαθητάς καί τούς ωνόμασε Αποστόλους. Τούς διάλεξε «γιά νά είναι μαζί Του καί νά τούς αποστέλλη στο κήρυγμα». Αργότερα, μετά τήν Ανάστασή Του, ο Χριστός ενεφύσησε στούς Αποστόλους τό Άγιο Πνεύμα καί τούς ανεκήρυξε συνεχιστές τού έργου Του. Τούς έδωσε εντολή νά πορευθούν σέ όλα τά έθνη καί νά κάνουν δικούς Του μαθητές τους ανθρώπους, δια τού αγίου Βαπτίσματος καί τής διδαχής τού Ευαγγελίου. Εν συνεχεία οι άγιοι Απόστολοι χειροτόνησαν σέ κάθε τόπο επισκόπους καί πρεσβυτέρους, καί αυτοί με τήν σειρά τους άλλους. Οι κληρικοί είναι επομένως διάδοχοι τού Χριστού. Αυτή η ιερή διαδοχή είναι η εγγύηση γιά τήν εγκυρότητα τής Ιερωσύνης.
* * *
Καθένας από τούς τρείς ιερατικούς βαθμούς έχει τό ανάλογο έργο: Ο Επίσκοπος ιερουργεί όλα τά μυστήρια τής Εκκλησίας, ο Πρεσβύτερος τά τελεί όλα πλήν τής χειροτονίας, ενώ ο Διάκονος δεν τελεί, αλλά υπηρετεί στά Μυστήρια. Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει: Ο Αρχιερεύς ονομάζεται φωτιστικός, «διότι έχει μέσα του τήν πηγή των φωτισμών, τήν τελειότατη Χάρι». Ο Πρεσβύτερος ονομάζεται τελεστικός, «διότι έχει μόνο τήν τελεστική χάρι γιά τήν τέλεση τών Μυστηρίων, καί όχι τήν μεταδοτική». Τέλος, η τάξη τών Διακόνων ονομάζεται λειτουργική, διότι ο Διάκονος έλαβε τήν χάρι «νά υπηρετή καί νά προσκαλή στις Ευχές».
Η χειροτονία καί στους τρεις βαθμούς τής Ιερωσύνης τελείται στήν διάρκεια τής θείας Λειτουργίας, διότι όλοι υπηρετούν ή ιερουργούν τό ευχαριστιακό Μυστήριο. Ωστόσο η ακριβής χρονική στιγμή πού τελείται η χειροτονία διαφέρει γιά κάθε βαθμό, ωρίσθηκε δε ανάλογα με τήν διακονία πού αναλαμβάνει ο χειροτονούμενος. Ο Διάκονος, πού αναλαμβάνει ὑπηρετικό ἔργο, χειροτονείται μετά τον Καθαγιασμό τών τιμίων Δώρων. Ο Ιερεύς, επειδή Ιερουργεί τήν θεία Λειτουργία, χειροτονείται πριν από τον Καθαγιασμό. Τέλος, ο Επίσκοπος χειροτονείται πριν από τό αποστολικό ανάγνωσμα, διότι αναλαμβάνει τήν διδαχή τού λόγου τού Θεού, «καί τοποθετείται στήν τάξη των αγίων Αποστόλων».
Ο Επίσκοπος είναι η εικόνα τού Χριστού μέσα στήν Εκκλησία. Είναι «ο προκαθήμενος εις τόπον Θεού», καί ο ιερουργός τού μυστηρίου τής Ιερωσύνης, μέσω τού οποίου μεταβιβάζεται η αποστολική διαδοχή από γενιά σε γενιά. Αποκλειστικά έργο τού Επισκόπου είναι καί η τελετή των εγκαινίων τού Ναού.
[Τό έργο τού Πρεσβυτέρου ορίζεται στήν Εύχή πού λέγεται κατά τήν χειροτονία του: Κύριε, ὅν εὐδόκησας τόν τοῦ Πρεσβυτέρου ὑπεισελθεῖν βαθμόν, πλήρωσον τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δωρεᾶς, ἵνα γένηται ἄξιος παρεστάναι ἀμέμτττως τῷ θυσιαστηρίῳ σου, κηρύσσειν τό Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας σου,... προσφέρειν σοι δῶρα καί θυσίας πνευματικάς, ἀνακαινίζειν τον λαόν σου διά τῆς τοῦ λουτροῦ παλιγγενεσίας.]
Με τό μυστήριο τής Ιερωσύνης ο χειροτονούμενος καθίσταται οικονόμος τής θείας Χάριτος καί μεσίτης μεταξύ Θεού καί ανθρώπων. Μεταφέρει τις δεήσεις των πιστών στον θρόνο τού Θεού, καί δι’ αυτού οι πιστοί λαμβάνουν τήν θεία Χάρι. Γι’ αυτό εκείνοι τον σέβονται καί τον τιμούν.
Ο προσερχόμενος στήν Ιερωσύνη καλείται από τον Θεό: Οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τήν τιμήν, ἀλλά καλούμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ. Η κλήση τού Θεού εκφράζεται διά τού πνευματικού Πατρός τού υποψηφίου, ο οποίος, γνωρίζοντας τις πνευματικές προϋποθέσεις γιά τήν Ιερωσύνη καθώς καί τον υποψήφιο, αποφαίνεται γι’ αυτόν εάν μπορή νά γίνη Ιερεύς. Η μαρτυρία τού Πνευματικού είναι βεβαίωση ότι ο Θεός καλεί τον προσερχόμενο στήν Ιερωσύνη.
Ἐπεξεργασία κειμένου π Σαββας Γεωργιαδης