Βασικό δόγμα τῆς ὀρθόδοξης ἐσχατολογίας εἶναι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ἡ ἀνάσταση θά εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ σ’ ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱ ἄνθρωποι θ’ ἀναστηθοῦν ἐκ τῶν νεκρῶν. Καί οἱ μέν δίκαιοι, ὅσοι δηλαδή ἔζησαν σωστά τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, θ’ ἀναστηθοῦν ἔνδοξοι στήν αἰώνια ζωή, οἱ δέ ἄδικοι, ὅσοι δέν ἐντάχθηκαν σωστά στό σωτήριο ἔργο τοῦ Κυρίου, θά κατακριθοῦν εἰς «κόλασιν αἰώνιον».

Ἡ πίστη στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἀποτελεῖ τόν συνεκτικό ἱστό τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, τό φωτεινό κέντρο καί τή γλυκειά ἐλπίδα τοῦ πληρώματος πού τόσο σκληρά ἀγωνίζεται ἐνάντια στήν ἁμαρτία καί τήν κακότητα τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Ἀλήθεια, ἄν δέν ὑπῆρχε ἀνάσταση νεκρῶν, ἄν τά πάντα καλύπτονταν ἀπό τόν μηδενισμό τοῦ θανάτου, τί νόημα θά εἶχε ἡ ὕπαρξη καί ἡ ζωή μας, ἡ πίστη στόν Θεό καί ἡ ἀλήθεια τοῦ ὄντος;

Τό δόγμα τῆς ἀνάστασης τῶν νεκρῶν ἀποτελεῖ διδασκαλία καθαρά χριστιανική. Σ’ αὐτήν ἀνάγεται κανείς μόνο μέ τήν πίστη. Ὁ ἀνθρώπινος λόγος δέν μπορεῖ νά τήν προσεγγίσει. Οἱ σοφοί της γῆς δέν μποροῦν μέ τή διάνοια καί τό μυαλό τους νά κατανοήσουν πῶς τά σώματα τόσων μυριάδων νεκρῶν, τά ὁποῖα διαλύθηκαν καί χάθηκαν, εἶναι δυνατόν νά συναρμοστοῦν καί, ἑνούμενα μέ τίς οἰκεῖες τους ψυχές, ν’ ἀποτελέσουν καί πάλι τόν ἀνθρωπον σέ μιά νέα διάσταση ζωῆς.

Ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Κυρίου ἡ πίστη στήν ἀνάσταση ἦταν, ὅπως φαίνεται, διαδεδομένη. Ἡ Μάρθα, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, πίστευε στήν ἀνάσταση τοῦ ἀδελφοῦ της: «οἶδα -εἶπε στόν Κύριο- ὅτι ἀναστήσεται (ὁ Λάζαρος) ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ».
Ὅμοια ὁ Κύριος προειδοποιεῖ στό τέταρτο εὐαγγέλιο ὅτι «Ἔρχεται ὥρα, ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καί ἐκπορεύσονται οἱ τά ἀγαθά ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ τά φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως». Ὅποιος ἀληθινά πιστεύει στόν Χριστό «ἔχει ζωήν αἰώνιον καί ἀναστήσῃ αὐτοῦ (ὁ Πατήρ) ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». Στό ἴδιο πνεῦμα μέ τόν Διδάσκαλο κινούμενοι καί οἱ ἀπόστολοι περιλαμβάνουν στό κήρυγμά τους τήν ἀνάσταση σάν ἕνα ἀπό τά κεντρικότερα στοιχεῖα τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Μετά τήν Πεντηκοστή κατηγορήθηκαν ἀπό τούς Ἰουδαίους στόν στρατηγό τοῦ ἱεροῦ, ὅτι κήρυσσαν τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἤδη στό ἱερό βάπτισμα οἱ πιστοί γινόμαστε σύμφυτοι «τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλά καί τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα». Ἡ ἑνότητα τοῦ σώματος τῶν πιστῶν μέ τήν ἀόρατη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι βαθιά, ἀδιάλυτη καί ἀδιάπτωτη. Ὅπου εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖ συνυπάρχει καί τό μυστικό σῶμα Του. Ἄν δέ ὁ Κύριος ἀνεστήθη ἐκ τῶν νεκρῶν, ἀκολουθία ἄμεση θά εἶναι καί ἡ ἀνάσταση τοῦ σώματός Του, τό ὁποῖο εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένο μέ τήν κεφαλή Του. Εἶναι ἡ γλυκιά πίστη καί ἐλπίδα μέσα στή σκοτεινιά καί τήν ξηρότητα τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ὁ θριαμβικός τόνος καί ἡ ἰδιότητα πού σφραγίζουν ἀνεξίτηλα τή χριστιανική ταυτότητα.

Ἄν πραγματικά πιστεύεις στήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, τότε θά δεχτεῖς ἤρεμα καί ἱκανοποιημένος τό δόγμα τῆς ἀνάστασης, πού εἶναι ἀπό τίς βασικότερες ἀλήθειες τῆς θείας ἀποκάλυψης. Ἀφοῦ ὁ Θεός δύναται τά πάντα, δέ θά μπορέσει ν’ ἀναστήσει τό ἀνθρώπινο σῶμα ἀπό τήν ἀφάνεια τοῦ τάφου, τό ὁποῖο ἁγίασε μέ τήν ἐνανθρώπισή Του, τό ἔκανε μέλος Του καί τό ἀνέδειξε ναό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ἄν πάλι δέν πιστεύεις στόν Θεό καί τήν ἄπειρη παντοδυναμία Του, τότε καμιά πρόσβαση δέ μπορεῖς νά ἔχεις στό ἀπόρρητο θεῖο μυστήριο. Δέν θά νιώσεις ποτέ μέσα σου τούς κραδασμούς τῆς μεγάλης θριαμβικῆς χαρᾶς πού ἔφερε στήν πλάση ἡ ἀνάσταση τοῦ Θεοῦ, σάν ἐκμηδένιση τῆς νέκρωσης καί τοῦ θανάτου.

Ποιό ὅμως θά εἶναι τό σῶμα τό ὁποῖο θά ἀναστηθεῖ ἐκ τῶν νεκρῶν; Θά εἶναι τό ἴδιο μέ αὐτό πού φέραμε στή γῆ ἤ θά εἶναι διαφορετικό; Κατά τήν ὀρθόδοξη δογματική θά εἶναι καί τά δύο, καί ὅμοιο καί ἀνόμοιοΚατά τήν οὐσία καί τό εἶδος του τό ἐξ ἀναστάσεως σῶμα θά εἶναι ταυτούσιο μέ αὐτό τῆς ἐπίγειας οἰκονομίας ζωῆς. Θά εἶναι τό δικό μας σῶμα, τό ἥμισυ της ὑπόστασής μας, τό ὁποῖο μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, μέ τό ὁποῖο ζήσαμε κι ἐξελιχθήκαμε στή γῆ καί τό ὁποῖο μᾶς ἔκλεψε ὁ θάνατος καί ἀπέκρυψε ὁ τάφος. Δέ θά εἶναι σῶμα ξένο καί ἀλλότριο, γιατί κάτι τέτοιο θά ἔφθειρε τό νόημα τῆς ἀληθινῆς ἀνάστασης τῶν νεκρῶν. Ἐν τούτοις τό σῶμα αὐτό τό ὁποῖο θά εἶναι ὅμοιο μέ τό δικό μου, θά εἶναι συγχρόνως καί ἀνόμοιο. Θά προσλάβει νέες ἰδιότητες, πνευματικές, θά εἶναι εὐγενέστερο, λεπτότερο, φωτεινότερο καί ἐνδοξότερο, χωρίς τήν παχύτητα καί τίς ὑλικές ἀπαιτήσεις καί ἀνάγκες, πού διατηροῦσε κατά τήν ἐπίγεια ζωή του. Θά εἶναι σύμμορφο μέ τή νέα πνευματοποίηση τῶν πάντων, μέ τόν καινό, ἄφθαρτο αἰῶνα τοῦ Θεοῦ.

Τή λεπτότητα τοῦ ἀναστάσιμου σώματος βλέπουμε στήν πράξη ἐκφρασμένη στό σῶμα τοῦ ἴδιου τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Ἡ παχύτητα τῶν τοίχων δέ μπόρεσε νά ἐμποδίσει τή διείσδυσή Του. Οἱ τοῖχοι καί οἱ κλειστές πόρτες τοῦ δωματίου, ὅπου οἱ μαθητές ἦσαν συνηγμένοι γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων, δέν ἦταν ἰσχυρές νά ἐμποδίσουν τήν παρουσία τοῦ Διδασκάλου ἐνώπιον τῶν μαθητῶν. Καί γιά νά καθησυχάσει τούς ταραγμένους διαλογισμούς τους τούς εἶπε: «ἴδετε τάς χεῖρας μου καί τούς πόδας μου, ὅτι αὐτός ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καί ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καί ὀστέα οὐκ ἔχει καθώς ἐμέ θεωρεῖτε ἔχοντα καί τοῦτο εἰπών ἐπέδειξεν αὐτοῖς τάς χεῖρας καί τούς πόδας». Τέλος γιά νά κάμψει τελείως τήν ἀπιστία καί τήν ἔκπληξή τους, τούς ζήτησε νά τοῦ δώσουν κάτι νά φάει: «ἔχετέ τι βρώσιμον ἐθάδε; Οἱ δέ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καί ἀπό μελισσίου κηρίου, καί λαβών ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγε».

Στήν εὐαγγελική διήγηση ἔχουμε δύο τινά, φαινομενικά ἀντίθετα μεταξύ τους. Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφ’ ἑνός μπαίνει στό δωμάτιο κεκλεισμένων τῶν θυρῶν χωρίς νά ἐμποδίζεται ἀπό τήν παχύτητα τῆς ὕλης, κι ἀφ’ ἑτέρου λαμβάνει ὑλική τροφή, τήν ὁποία τρώει πραγματικά καί ὄχι εἰκονικά ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του. Οὐσιαστικά ὅμως δέν πρόκειται περί πραγματικῆς ἀντίθεσης. Ἄν παραλείψουμε τίς διάφορες θεολογικές τοποθετήσεις πρός ἐξήγηση τοῦ φαινομένου, πρέπει ν’ ἀρκεστοῦμε ἁπλά στήν πραγματιστική ἑρμηνεία τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης. Ἄλλωστε στήν ὅλη ὑπόθεση εἶναι ἐμφανής ἡ παρέμβαση τῆς οἰκονομικῆς παιδαγωγίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπίδειξη τοῦ Κυρίου, πραγματική στήν οὐσία της καί ὄχι φαινομενική παράσταση, εἶχε σκοπό νά πιστοποιήσει στούς ἀμφιβάλλοντας μαθητές τό μέγα καί ὑπερφυές γεγονός τῆς ἔγερσης. Γιά τήν πιστεύουσα συνείδηση αὐτό εἶναι ἀρκετό.

Ὁ ἀπ. Παῦλος τό ἐξ ἀναστάσεως σῶμα χαρακτηρίζει «πνευματικόν». Τόν χαρακτηρισμό αὐτό προβάλλει στούς πιστούς τῆς Κορίνθου, οἱ ὁποῖοι δυσπιστοῦσαν στό δόγμα τῆς ἀνάστασης. Ὁ κόκκος σίτου -τούς λέει- γιά νά ζωοποιηθεῖ πρέπει προηγουμένως νά σπαρεῖ στή γῆ. Κι ἐνῶ σπείρεται κόκκος γυμνός, ὁ Θεός τοῦ δίνει «σῶμα καθώς ἠθέλησε». Βλαστάνει δηλαδή καί γίνεται στάχυς ὡραῖος καί καρπερός. Ἔτσι καί τό σῶμα τό ἀνθρώπινο. Μόλις πεθάνει, ρίχνεται στόν τάφο γυμνό καί λεηλατημένο. Μέ τήν ἀνάσταση ὅμως γίνεται ἀλλιώτικο, «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν».
Τό σῶμα, τέλος, πού θά ἀναστηθεῖ ἐκ τῶν νεκρῶν, θά εἶναι «ἔνδοξον». Φυσικά πρόκειται περί τοῦ σώματος τῶν δικαίων. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐβεβαίωσε ὅτι οἱ δίκαιοι τότε (κατά τήν ἡμέραν τοῦ Κυρίου) «ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός αὐτῶν».

Ἐπεξεργασία κειμένου π. Σάββας Γεωργιάδης
ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀνδρέα Θεοδώρου «Βασική δογματική διδασκαλία»